Κυριακή, 21 Ιούλιος 2019

Παρουσίαση Βιβλίου: Ταξίδι στο Φως

Ιούνιος 26, 2019 3:52 Κατηγορία: Αφιέρωμα, Παρουσιάσεις Βιβλίων A+ / A-

Μια μαρτυρία ελπίδας στη σκιά της δοκιμασίας

της Μαργαρίτας Σακελλάρη

Εκδόσεις «Εν πλώ», 2014, σελίδες 208  

Πώς να χωρέσει στο μυαλό και πώς να εκφραστεί ο πόνος μιας μητέρας που έχασε τον 18χρονο γιό της; Τι λόγια να βρει; Πού να στηριχτεί; Πώς να χωρέσει την οδύνη; Πώς να παρηγορηθεί; Διαβάζοντας το βιβλίο της Μαργαρίτας Σακελλάρη μπαίνει κανείς σε σκηνικό αρχαίας τραγωδίας. Η συγγραφέας περιγράφει τη σύντομη διαδρομή του γιού της Βασίλη από τη διάγνωση του ανεγχείρητου οστεοσαρκώματος μέχρι το τέλος. Ο Βασίλης πανηγύριζε την εισαγωγή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μετά από επιτυχείς εξετάσεις –επιστέγασμα μακράς, επίμοχθης προσπάθειας, όταν τις ίδιες μέρες ακριβώς εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα, η διάγνωση του οστεοσαρκώματος και η αρχή μιας οδυνηρής ανηφόρας. Όλες οι ψηφίδες του μωσαϊκού της ζωής του, τα νιάτα του, η χαρά της επιτυχίας του, τα όνειρα εξανεμίστηκαν δια μιας. Μόνος με την ανίατη αρρώστια μπαινοβγαίνει για χημειοθεραπείες και εξετάσεις σε Ογκολογικό Νοσοκομείο των Αθηνών, πότε δυναμωμένος και αισιόδοξος, αλλά τις πιο πολλές φορές ασθενικός, θλιμμένος, αλλά αγωνιζόμενος. Λίγες οι φωτεινές στιγμές με φίλους και με συννοσηλευόμενους στο Νοσοκομείο. Μαζί του η οικογένεια και οι γιατροί, αλλά κυρίως η μητέρα του. Είναι μόνιμα δίπλα του, ούτε μέρα μακριά του, ακολουθεί και παρακολουθεί τα πάντα και καταγράφει τον επώδυνο δρόμο του παιδιού της και τον δικό της. Αφήνεται σαν το μαλακό χώμα να αποτυπωθεί στη ψυχή της ο τρόπος και το ήθος του γιού της. Προσπαθεί να μεταφέρει μια εμπειρία που ξεπερνάει το λόγο. Χρειάστηκε –γράφει στο πρόλογο του βιβλίου- να κοντύνει το βήμα, να χαμηλώσει τη φωνή, να αφουγκραστεί τους ψιθύρους που ερχόταν από μια άλλη πραγματικότητα για να αποκαλύψει την απλότητα, πόσο μεγάλο είναι να είσαι μικρός και ταπεινός, πόσο εκκωφαντικό θόρυβο κάνει η σιωπή, σαν τον εκκωφαντικό θόρυβο της απουσίας, σαν την εκκωφαντική σιωπή της τελευταίας στιγμής.

Το βιβλίο είναι συγκλονιστικό. Με στέρεες σκέψεις, με στιβαρό λόγο, με βαθιές σκέψεις, χωρίς συναισθηματισμούς, με αφημένη εντελώς την εσωτερική διάθεση να ταλαντεύεται γενναία στα πέλαγα του πόνου και του καημού, της ελπίδας και της απελπισίας, με μόνιμη ανάγκη να ομολογεί την πίστη, να εξομολογείται την εσωτερική πάλη με τον Θεό, να υπενθυμίζει το φθαρτό της ζωής, το ελάχιστο του χρόνου, την αίσθηση του επέκεινα, την ελπίδα της Ανάστασης, να διδάσκεται από την θαυμαστά ώριμη στάση του νέου, η Μαργαρίτα Σακελλάρη καθηλώνει τον αναγνώστη. Οι καταγραφές ιλιγγιώδεις. Θαυμάζει την υπομονή του ώριμου παιδιού της (…Υπομονή σημαίνει το φάρμακο να έχει καταστρέψει τη φλέβα σου και συ να χαμογελάς. Υπομονή σημαίνει να κυλά το δάκρυ στο ευγενικό σου πρόσωπο, που αντανακλά τη ψυχή σου και συ να λες «συγγνώμη» που αυτό το δάκρυ πλήγωσε τους ανθρώπους σου…). Χαϊδεύει την ελπίδα (…Κλείνω τα μάτια και η ελπίδα με ακουμπά’ τ’ ανοίγω κι ακόμα είναι εκεί…). Επεξηγεί το θαύμα (…Ξέρω πως οι περισσότεροι περίμεναν την ανταμοιβή αυτής της προσπάθειας, δηλαδή την ανατροπή των ιατρικών προβλέψεων, το «θαύμα». Πρέπει να διανύσει πολύ δρόμο η ψυχή για να καταλάβει πως το «θαύμα» δεν είναι πάντα αυτό που περιμένεις ή θέλεις να δεις, αλλά αυτό που οπωσδήποτε θα σου αποκαλυφθεί. «Ετοίμη η καρδία μου»…). Αντιμετωπίζει το φόβο (…Καραδοκεί σαν ύπουλος εχθρός ο φόβος, η αβεβαιότητα. Κι όταν συνεχώς περιμένεις κάτι, η εξάντληση είναι το φυσικό αποτέλεσμα της προσμονής…). Πονάει (…Γιατί φεύγεις παιδί μου; Πώς φεύγεις κι αφήνεις ανάπηρη τη γνώση μου; Ξέρεις ότι πονάμε. Αναχωρείς μέρα με τη μέρα. Κι ας μεγάλωσαν οι μέρες, όμως είναι τόσο μικρές. Γιατί φεύγεις παιδί μου; Δεν πρόλαβα να σου πω τίποτα για μας, δεν πρόλαβα να σου δώσω ολόκληρη τη ψυχή μου…). Φιλοσοφεί (…Οι άνθρωποι λένε «η ζωή συνεχίζεται». Το εννοούν για εκείνους που μένουν να θρηνούν για τις ζωές που χάθηκαν. Λάθος! Η ζωή συνεχίζεται για κείνους που φεύγουν από κοντά μας κι αγκαλιάζουν το αιώνιο παρόν τους με μια λάμψη αθανασίας…). Παραλύει από την οδύνη (…Ο Βασίλης χανόταν’ φαινόταν στο βλέμμα του, ποιος ξέρει πού. Κάποια στιγμή τα δάκρυα κυλούν, ήρεμα κυλούν. Δεν χαρακώνουν το πρόσωπο’ το λούζουν, το καθαρίζουν. Δεν έχω να πω τίποτα. Με προσπέρασε η ανάγκη, με προσπέρασε η στιγμή..). Βιώνει τη θυσία (…Αχ! Να μπορούσα ν’ ανταλλάξω τη ζωή μου με τη δική του…). Ψάχνει τον Θεό (…Θέλω να δω την εικόνα Σου, φευγαλέο αποτύπωμα της οδύνης που με κύκλωσε. Θέλω να Σου εμπιστευθώ, πριν γλιστρήσεις στα χρώματα της δύσης όλο μου το βουβό παράπονο που πλάκωσε τη ψυχή και τον νου μου. Θέλω να Σε κρατήσω στη μνήμη, να Σε ανακαλώ σαν αίσθηση του τρόμου και της αδυναμίας μου να διαχειριστώ ό,τι συμβαίνει…). Μιλάει απ’ ευθείας στο Θεό (…Και στέκομαι μόνος, ένας μοναχικός άνθρωπος σ’ ένα μοναχικό κόσμο’ γιατί μαθαίνω ν’ απομονώνω τις φωνές, την «εξωστρέφεια» και «κοινωνικότητα» που η σκόνη τους καλύπτει την ανάγκη να υπάρξω μόνος για να συναντήσω τον «Άλλον». Μαθαίνω να σωπαίνω μέσα στη μοναξιά μου για ν’ ακούσω τον ήχο των βημάτων Σου καθώς έρχεσαι. Να κατανοήσω τον τρόπο που μου μιλάς. Σωπαίνω καθώς η παρουσία Σου σκεπάζει κάθε λόγο, κάθε ήχο, κάθε μουσική’ κι έτσι μαθαίνω να ζω στη σκιά του θανάτου, μαθαίνω να ζω πεθαίνοντας…). Θεολογεί (…«Εγώ ειμί το φως του κόσμου’ ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής». Ποιος κατέχει το φως; Ποιος κατέχει τα κλειδιά, ποιος κατέχει τις απαντήσεις; Ποιος μοιράζει τα δώρα; Ποιος γκρεμίζει τα είδωλά μας; Ποιος γεμίζει με παράξενη χαρά τη καρδιά; Ποιος δεν σ’ αφήνει να πέσεις και να συντριβείς; Ποιος χαράζει μια νέα ελπίδα, όταν όλες οι ελπίδες έχουν χαθεί;) Χτίζει την αξιοπρέπεια (…Προσπαθώ να διδαχτώ, δεν έχει νόημα να παραδοθείς στην ύπουλη θλίψη, στο σαράκι της δυστυχίας. Έχει νόημα ν’ αντισταθείς, κρατώντας συνεχώς το νυστέρι που ανοίγει και γιατρεύει την πληγή σου. Προσπαθώ να διδαχτώ απ’ την αντίσταση ενός σύμπαντος κόσμου στη φθορά που του επιβάλλει η καθημερινή θνητότητα…). Προσεύχεται μέσα στην άβυσσο που βρέθηκε’ δανείζεται το λόγο του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου («Ελθέ ο Μόνος προς μόνον, ότι μόνος ειμί, καθάπερ οράς’ ελθέ ο χωρίσας με εκ πάντων και ποιήσας με μόνον επί της γης»). Και πιο πολύ αγαπάει πολύ με Σταυρωμένη Αγάπη.

Το άγνωστο σε πολλούς και ταπεινό βιβλίο της Μαργαρίτας Σακελλάρη «Ταξίδι στο φως» είναι ένα συνταρακτικό κείμενο. Η πάλη μιας μάνας που χάνει μέρα με τη μέρα επί ένα χρόνο περίπου τον γιο της εκτείνεται και περιπλέκεται σε πολλά επίπεδα. Από το μητρικό ένστικτο στην υποταγή του θανάτου, από τη πίκρα της αρρώστιας στην ανακούφιση της πίστης, από τη συντριβή στην θαρραλέα στάση να μιλάει ίση προς ίσον με τον Θεό, από τον συγκλονισμό του θανάτου στη χαρά της Αναστάσεως, από την απελπισία στην όντως αγάπη της θυσίας, η συγγραφέας βιώνει δραματικά όλες τις εσωτερικές δονήσεις, τις τρυγάει μέσα από το φίλτρο της πίστης της και προσφέρει το απόσταγμα του βιώματός της στον αναγνώστη, ο οποίος μόνο θλίψη τελικά δε νοιώθει. Αυτή η μετουσίωση του άφατου πόνου σε αίνο εξελίσσεται τόσο όμορφα και απλά μέσα στο κείμενο, έτσι ώστε να φαίνεται καθαρά ότι σε κάποιους ιδιαίτερους ανθρώπους η υπέρβαση είναι δυνατή.

Από το Χαράλαμπο Ανδρεάδη, Παθολόγο Ογκολόγο, ΑΝΘ «Θεαγένειο»

Σχολιάστε

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.

scroll to top