Κυριακή , 21 Ιανουάριος 2018

FOCUS στους σπάνιους όγκους: «Σαρκώματα μαλακών Μορίων και Οστών-Όγκοι ΚΝΣ-Νεανικό Μελάνωμα-Όγκοι Εμβρυϊκής Προέλευσης

Δεκέμβριος 13, 2013 9:46 Κατηγορία: Επιστημονικά Νέα A+ / A-

 Σαρκώματα Μαλακών Μορίων

Kotsakis_photo

Από τον Αθανάσιο Κωτσάκη
Παθολόγο Ογκολόγο

Εισαγωγή

Τα σαρκώματα αποτελούν μία σπάνια και ετερογενή ομάδα κακόηθων νεοπλασμάτων με μεσεγχυματογενή προέλευση. Διακρίνονται σε σαρκώματα εκ μαλακών μορίων και σε σαρκώματα των οστών. Αποτελούν περίπου το 1% των κακοηθειών σε ενήλικες, το 12% των παιδιατρικών καρκίνων και περίπου το 9% σε νέους ενήλικες ηλικίας 29 ετών (βλέπε σχήμα 1).1-3 Η κατανόηση συνολικά της παθογένεσης αλλά και της φυσικής πορείας της νόσου είναι δύσκολη δεδομένων των  πολλών διαφορετικών ιστοπαθολογικών χαρακτηριστικών των σαρκωμάτων, των διαφορετικών ανατομικών σημείων όπου αυτά είναι δυνατόν να εντοπίζονται, αλλά και της διαφορετικής βιολογικής συμπεριφοράς που έχουν μεταξύ τους. To 80% των σαρκωμάτων αναπτύσσονται στα μαλακά μόρια ενώ το υπόλοιπο ποσοστό στα οστά. Το παρόν κείμενο θα εστιαστεί στα σαρκώματα εκ μαλακών μορίων.

Ιστολογική ταξινόμηση

Η ταξινόμηση των συχνοτέρων κακοήθων όγκων εκ μαλακών μορίων φαίνονται στον Πίνακα 1.4,5 Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) ταξινομεί τα σαρκώματα στη βάση του υποτιθέμενου ιστού προέλευσής τους (π.χ. λιποσάρκωμα, αγγειοσάρκωμα, χονδροσάρκωμα, λειομυοσάρκωμα κλπ.), ενώ σε πολλές περιπτώσεις όπου η ιστογενετική προέλευση δεν ειναι σαφής η ταξινόμηση στηρίζεται στα μορφολογικά χαρακτηριστικά τους (π.χ. επιθηλιοειδές σάρκωμα, clear cell sarcoma κ.ά.). Η χρήση ανοσοϊστοχημικών δεικτών συμβάλλει σε ορισμένες περιπτώσεις στην ταυτοποίηση όγκων με συγκεκριμένη ιστογενετική προέλευση. Για παράδειγμα, η δεσμίνη-θετικοί όγκοι παραπέμπουν σε όγκους μυογενετικής διαφοροποίησης (λειομυοσάρκωμα, ραβδομυοσάρκωμα), οι κυτταροκερατίνη (CK)-θετικοί όγκοι σε συνοβιακό ή επιθηλιοειδές σάρκωμα αλλά όχι σε ινοσάρκωμα που είναι CK (-), ενώ με τη χρήση του S100 αντιγόνου ή των neurofilaments αναγνωρίζονται σαρκώματα με προέλευση το νευρικό έλυτρο.

Παρά το γεγονός ότι η ταξινόμηση των σαρκωμάτων παραπέμπει στον ιστό προέλευσής τους, δεν έχει δειχθεί ότι οι όγκοι αυτοί αναπτύσσονται από ώριμα και διαφοροποιημένα κύτταρα του ιστού αυτού. Συχνά γιά παράδειγμα, το λιποσάρκωμα εμφανίζεται σε θέσεις που στερούνται λιπώδη ιστό ή το ραβδομυοσάρκωμα σε θέσεις όπου απουσιάζουν γραμμωτές μυϊκές ίνες. Μία πιθανή ερμηνεία είναι ότι δεδομένου όλα τα διπλοειδή κύτταρα περιέχουν τη γενετική πληροφορία, η ενεργοποίηση συγκεκριμένων γονιδίων οδηγεί στη διαφοροποίηση των ανώριμων μεσεγχυματικών κυττάρων προς συγκεκριμένο τύπο μεσεγχυματικών κυττάρων.2

Οι όγκοι εκ μαλακών μορίων μπορεί να είναι καλοήθεις ή κακοήθεις με μία σχέση 100:1 υπέρ των καλοήθων.6 Παρ’όλα αυτά σε πολλές περιπτώσεις τα όρια μεταξύ τους δεν είναι ξεκάθαρα, ειδικά σε περιπτώσεις όπου το δείγμα της βιοψίας είναι μικρό. Ο καθορισμός του ιστολογικού τύπου, όμως, αποτελεί έναν σημαντικό προγνωστικό και πολλές φορές προβλεπτικό παράγοντα της ανταπόκρισης στην εφαρμοζόμενη θεραπεία. Παρά το γεγονός ότι πολές φορές στα αποτελέσματα μελετών αναφέρονται γενικά οι ιστολογικοί τύποι (π.χ. αγγειοσάρκωμα, λιποσάρκωμα κλπ), ο περαιτέρω καθορισμός του υπότυπου είναι απαραίτητος για την ορθή θεραπευτική αντιμετώπιση του ασθενούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το λιποσάρκωμα στο οποίο οι 5 διαφορετικοί υπότυποι του (well-differentiated, dedifferentiated, myxoid, round cell και pleomorphic) έχουν διαφορετική βιολογική συμπεριφορά και κατ’επέκταση πρόγνωση.

Αίτια και παθογένεση

Αν και η πλειοψηφία των σαρκωμάτων εμφανίζεται σποραδικά, ένας μεγάλος αριθμός προδιαθεσικών παραγόντων έχει προταθεί. Οι γενετικές μεταβολές που ενοχοποιούνται για την ανάπτυξη σαρκωμάτων εκ μαλακών μορίων διακρίνονται σε 2 κατηγορίες. Η πρώτη παρατηρείται σε σαρκώματα με ειδικές γενετικές αλλαγές, όπως για παράδειγμα οι GIST όγκοι που περιέχουν c-kit ή platelet-derived growth factor receptor (PDGFR) μεταλλάξεις. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει σαρκώματα που δεν φέρουν συγκεκριμένες γενετικές μεταβολές, όπως για παράδειγμα το αναπλαστικό σάρκωμα που σχετίζεται με μεταλλάξεις του Rb-1 και του p53 γονιδίου. Ανάλογη προδιάθεση για ανάπτυξη σαρκώματος εκ μαλακών μορίων έχουν οι πάσχοντες από νευροϊνωμάτωση (NF)7 και οικογενή αδενωματώδη πολυποδίαση (FAP).8

Είναι ενδιαφέρον να τονισθεί ότι εκτεταμένες κυτταρογενετικές ανωμαλίες εμφανίζονται στα σαρκώματα εκ μαλακών μορίων. Συνήθως συσχετίζονται με υψηλού βαθμού κακοήθειας σαρκώματα, οι οποίες όμως δεν είναι σταθερές σε όλους τους όγκους. Συγκεκριμένες χρωμοσωμικές ανωμαλίες έχουν ταυτοποιηθεί σε κάποιους ιστολογικούς τύπους σαρκωμάτων. (βλέπε Πίνακα 2)

Η προηγηθείσα έκθεση σε ακτινοβολία θεωρείται ένας σημαντικός προδιαθεσικός παράγοντας. Συνήθως, η εμφάνιση του νεοπλάσματος παρατηρείται σε άτομα που κατά το παρελθόν είχαν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία ως τμήμα της αντιμετώπισης άλλου νεοπλάσματος, κατά κύριο λόγο καρκίνου μαστού και τραχήλου μήτρας και λεμφώματος. Ο ακριβής μοριακός μηχανισμός που οδηγεί στην ανάπτυξη του όγκου δεν είναι γνωστός. Πιθανολογείται ότι η ακτινοβολία προκαλεί μερική καταστροφή φυσιολογικών ιστών που έχει ως αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση των μηχανισμών πολλαπλασιασμού και την εμφάνιση μεταλλάξεων. Σε μία μελέτη που ερεύνησε τη συσχέτιση της προηγηθείσας ακτινοβολίας με την ανάπτυξη σαρκωμάτων οι συχνότεροι ιστολογικοί τύποι ήταν κακόηθες ινώδες ιστιοκύττωμα (23%) τα αγγεισάρκωμα και το ινοσάρκωμα (από 15%)  και το λειομυοσάρκωμα (14%).9

Το λεμφοίδημα έχει επίσης ενοχοποιηθεί για την ανάπτυξη λεμφαγγειοσαρκώματος, σε ασθενείς με ιστορικό καρκίνου μαστού μετά από μαστεκτομή και ακτινοβολία στην περιοχή.10 Το σάρκωμα αυτό δεν συσχετίζεται με την ακτινοβολία δεδομένου ότι μπορεί να εμφανίζεται τόσο εντός όσο και εκτός του πεδίου ακτινοβόλησης. Παρόμοια προχωρημένα σαρκώματα αναπτύσσονται σε ασθενείς μετά από λοίμωξη με φιλάρια και με χρόνιο οίδημα.11 Διάφορες χημικές ουσίες, όπως για παράδειγμα οι διοξίνες και το αρσενικό, όπςω επίσης και το ιστορικό τραυματισμού έχουν επίσης ανφερθεί ως προδιαθεσικοί παράγοντες για την ανάπτυξη σαρκωμάτων.12-14

Κλινική εμφάνιση

Μία επώδυνος ψηλαφητή μάζα είναι πολλές φορές το πρώτο σύμπτωμα της νόσου. Συχνά η διάγνωση των οπισθοπεριτοναϊκών όγκων καθυστερεί έως ότου ο αναπτυσσόμενος όγκος να προκαλέσει συμπτώματα από πίεση παρακείμενων ανατομικών δομών. Το σάρκωμα εκ μαλακών μορίων μπορεί να εμφανισθεί σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος. Γενικά πάντως, σε μία ανασκόπηση 4550 σαρκωμάτων που διεξήγαγε το Αμερικάνικο Κολλέγιο Χειρουργικής, η πρωτοπαθής εντόπιση σχεδόν των μισών όγκων ήταν στα κάτω άκρα (46%), και ακολουθούσαν ο κορμός (18%), τα άνω άκρα και το οπισθοπεριτόναιο (13%) και τα σαρκώματα κεφαλής-τραχήλου (9%).15 Κάποια σαρκώματα όμως δείχνουν ξεκάθαρη προτίμηση σε συγκεκριμένες ανατομικές περιοχές, όπως το επιθηλιοειδές σάρκωμα που σε ένα ποσοστό σχεδόν 50% εντοπίζεται στον πήχη και στα δάκτυλα των άνω άκρων.16,17 Ο πιο συχνός τρόπος ανάπτυξης μεταστάσεων είναι η αιματογενής διασπορά της νόσου. Η εντόπιση των μεταστάσεων, συναρτάται από την θέση της πρωτοπαθούς εστίας (βλέπε Πίνακα 3) και από τον ιστολογικό τύπο του σαρκώματος.18,19

Η διήθηση επιχώριων λεμφαδένων είναι εξαιρετικά σπάνια στα σαρκώματα. Κάποιοι ιστολογικοί τύποι έχουν την τάση να εμφανίζουν συχνότερα εξάπλωση στους επιχώριους λεμφαδένες, συμπεριλαμβανομένων του ραβδομυοσαρκώματος, του συνοβιακού σαρκώματος, του επιθηλιοειδούς σαρκώματος και του αγγειοσαρκώματος.16,20-22 Η κλινική σημασία της παρουσίας διηθημένων λεμφαδένων δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένη. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι η πρόγνωση ασθενών με νόσο στους επιχώριους λεμφαδένες δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα συγκριτικά με αυτούς που δεν παρουσιάζουν διασπορά της νόσου στους λεμφαδένες.21-23 Έτσι, στην πρόσφατη σταδιοποίηση που ανακοινώθηκε το 2010 από το AJCC (βλέπε Πίνακα 4), η Ν1 νόσος έπαψε να θεωρείται στάδιο IV και πλέον ταξινομείται ως στάδιο III.24

Προγνωστικοί παράγοντες

Το ιστολογικό στάδιο της νόσου είναι ο πιο σημαντικός προγνωστικός παράγοντας για τους ασθενείς με σάρκωμα εκ μαλακών μορίων. Σε μία μελέτη που διεξήχθη στο Memorial Sloan-Kettering Cancer Center, η συνολική επιβίωση ήταν 90, 81% και 56% για τα στάδια νόσου I, II, III αντίστοιχα.24 Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την πρόγνωση της νόσου είναι ο ιστολογικός βαθμός κακοήθειας,2 το μέγεθος του όγκου,25-27 η ηλικία του ασθενούς, η ανατομική θέση του όγκου και ο ιστολογικός τύπος. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μία προσπάθεια δημιουργίας ενός προγνωστικού νομογράμματος με την ενσωμάτωση των προαναφερθέντων προγνωστικών παραγόντων, με σκοπό την καλύτερη εκτίμηση των ασθενών για τη λήψη θεραπευτικής απόφασης.28

Θεραπεία

Η αντιμετώπιση των σαρκωμάτων εκ μαλακών μορίων είναι πολυπαραγοντική. Η χειρουργική αφαίρεση του όγκου επί υγειών ορίων παραμένει ο βασικότερος θεραπευτικός χειρισμός για τους ασθενείς αυτούς. Η ακτινοθεραπεία εξακολουθεί και παίζει σημαντικό ρόλο τόσο ως συμπληρωματική θεραπεία του χειρουργείου όσο και ως οριστική θεραπεία στις περιπτώσεις όπου η χειρουργική επέμβαση για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί να εκτελεσθεί. Ο ρόλος της χημειοθεραπείας ως συμπληρωματικής θεραπείας δεν είναι πλήρως διευκρινισμένος και εξακολουθεί να ερευνάται.

Χειρουργική θεραπεία

Η ευρεία εκτομή του όγκου αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο της χειρουργικής θεραπείας. Οι συστάσεις μάλιστα αναφέρουν η εκτομή να εκτείνεται ως και 1-2 cm επί υγιών ορίων. Συχνά, εμπόδιο για την επίτευξη του στόχου αυτού αποτελεί η παρουσία νεύρων ή αγγείων στην περιοχή εκτομής.6 Το αρχικό μέγεθος του όγκου αποτελεί προγνωστικό παράγοντα για την εμφάνιση τοπικής υποτροπής ή μεταστατικής νόσου. Έτσι, σήμερα θεωρείται δεδομένο ότι όγκοι < 5 cm πρέπει να αντιμετωπίζονται με χειρουργική αφαίρεσή τους επί υγιών ορίων τουλάχιστον 1 cm, χωρίς να απαιτείται κατά ανάγκη η συμπληρωματική χορήγηση χημειο- ή ακτινοθεραπείας.29,30

Ακτινοθεραπεία

O σκοπός της συμπληρωματικής ακτινοθεραπείας στην αντιμετώπιση των σαρκωμάτων εκ μαλακών μορίων συνίσταται στην ενίσχυση του τοπικού ελέγχου της νόσου, στην διασφάλιση της λειτουργικότητας και στη διατήρηση μίας αποδεκτής εξωτερικής εμφάνισης μετά τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Ο ρόλος της ακτινοθεραπείας σε όγκους <5cm είναι αμφισβητούμενος.31 Παρ’όλα αυτά σε όγκους > 5 cm που εντοπίζονται στα άκρα ή στον κορμό αποτελεί την κλασσική θεραπεία. Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη σύγκρισης συμβατικού χειρουργείου έναντι συμβατικού χειρουργείου ακολουθούμενου από εξωτερική ακτινοβολία, η συνδυασμένη θεραπεία ενίσχυσε τον τοπικό έλεγχο της νόσου.32 Ανάλογα αποτελέσματα απέδωσε και η χορήγηση συμπληρωματικής βραχυθεραπείας.33 Η χορήγηση ακτινοθεραπείας προεγχειρητικά έχει επίσης μελετηθεί και έχει δώσει ικανοπoιητικά αποτελέσματα. Οι υπέρμαχοι της προεγχειρητικής ακτινοθεραπείας υποστηρίζουν την πρακτική αυτή επειδή με τον τρόπο αυτό χορηγούνται πρακτικά μικρότερες δόσεις στους υγιείς ιστούς και απαιτείται η συνεργασία όλων των εμπλεκομένων, για την αντιμετώπιση της νόσου, ειδικοτήτων στην αρχική φάση του σχεδιασμού της θεραπείας. Από την άλλη μεριά, οι υπέρμαχοι της μετεγχειρητικής ακτινοθεραπείας υποστηρίζουν ότι η αποθεραπεία από το χειρουργείο θα είναι συντομότερη και ότι θα γνωρίζουν την παρουσία πιθανά διηθημένων χειρουργικών ορίων. Σε μία μελέτη από το Canadian Sarcoma Group που συνέκρινε τη προ- με τη μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία σε ασθενείς με σάρκωμα εκ μαλακών μορίων, ο τοπικός έλεγχος της νόσου και στα δύο σκέλη ήταν ίδιος. Μία αύξηση του κινδύνου επιπλοκών του τραύματος διαπιστώθηκε στους ασθενείς που έλαβαν προεγχειρητική ακτινοθεραπεία όπου όμως το πεδίο και η χορηγηθείσες δόσεις ήταν μικρότερες.34 Πολλοί ειδικοί πάντως υποστηρίζουν την προεγχειρητική ακτινοβολία οπισθοπεριτοναϊκών όγκων δεδομένου ότι οι ίδιοι οι όγκοι παρεκτοπίζουν τα ενδοκοιλιακά όργανα- παχύ και λεπτό έντερο- με αποτέλεσμα να δέχονται μικρότερη ακτινοβολία με σημαντική ελάττωση των παρενεργειών.35,36

Τέλος, η ακτινοθεραπεία μπορεί να χορηγηθεί με στόχο τη ριζική θεραπεία της νόσου εναλλακτικά της χειρουργικής επέμβασης όπου αυτή δεν είναι δυνατή. Ο 5-ετής τοπικός έλεγχος της νόσου  με τη χορήγηση 64- 66 Gy ακτινοβολίας σε ασθενείς με σάρκωμα εκ μαλακών μορίων έως 5 cm, 5-10 cm και > 10 cm εκτιμήθηκε σε μια σχετικά πρόσφατη μελέτη. Τα ποσοστά 5-ετούς ελέγχου της νόσου ήταν αντίστοιχα με το μέγεθος του όγκου 51%, 45% και 9%. Όταν η χορηγούμενη δόση ήταν μικρότερη των 63 Gy, τα κλινικά αποτελέσματα στην 5-ετία ήταν σημαντικά κατώτερα: τοπικός  έλεγχος της νόσου (22% έναντι 60%), ελεύθερο νόσου διάστημα (10% έναντι 36%) και συνολική επιβίωση (14% έναντι 52%).37

Χημειοθεραπεία

Το γεγονός ότι περίπου οι μισοί ασθενείς θα αναπτύξουν απομακρυσμένες μεταστάσεις, συνήθως στους πνεύμονες όταν η νόσος εντοπίζεται στα άκρα και στο ήπαρ όταν αυτή εντοπίζεται ενδοκοιλιακά, οδήγησε στη σκέψη της χορήγησης συμπληρωματικής χημειοθεραπείας. Τα αποτελέσματα όμως μίας μετα-ανάλυσης δεν επιβεβαίωσαν την αρχική αισιοδοξία. Μη στατιστικά σημαντική διαφορά στη συνολική επιβίωση διαπιστώθηκε για τους ασθενείς που έλαβαν συμπληρωματική χημειοθεραπεία με βάση τη δοξορουμπικίνη αν και οι ασθενείς με σαρκώματα των άκρων παρουσίασαν μια απόλυτη αύξηση της συνολικής επιβίωσης κατά 7%.38 Επίσης, μία κριτική που έγινε στη μελέτη αυτή είναι ότι η πλειοψηφία των ασθενών δεν είχε λάβει θεραπεία με ιφωσφαμίδη που επίσης θεωρείται ένας δραστικός παράγοντας στα σαρκώματα εκ μαλακών μορίων. Έτσι, σε μια μεταγενέστερη μελέτη αξιολογήθηκε ο συνδυασμός της επιρουμπικίνης με τη ιφωσφαμίδη σε ασθενείς με όγκους των άκρων ή της πυελικής ζώνης,  ≥ 5 cm. Το απόλυτο όφελος για τους ασθενείς που έλαβαν συμπληρωματική χημειοθεραπεία ήταν 13% στα 2 χρόνια και 19% στα 4 έτη (p=0.04).39 Να σημειωθεί πάντως, ότι πρόσφατα δημοσιοποιήθηκαν τα αποτελέσματα της ενδιάμεσης ανάλυσης του συνδυασμού δοξορουμπικίνης/ ιφωσφαμίδης όπου δεν αναγνωρίσθηκε κάποιο όφελος στη συνολική επιβίωση.40 Έτσι, ο ρόλος της συμπληρωματικής χημειοθεραπείας στα σαρκώματα εκ μαλακών μορίων είναι αμφισβητούμενος. Η αντίληψη που υπάρχει στις μέρες μας σχετικά με το ρόλο της συμπληρωματικής χημειοθεραπείας είναι ότι σε κάποιους όγκους, όπως για παράδειγμα σε ενδοκοιλιακούς όγκους η σε σπλαγχνική νόσο, δεν προσφέρει κανένα όφελος. Αντίθετα, σε κάποιους ιστολογικούς τύπους, όπως το συνοβιακό σάρκωμα ή το high grade myxoid/ round cell λιποσάρκωμα φαίνεται ότι έχει θετική επίδραση.41

Γενικά, η χορήγηση συμπληρωματικής χημειοθεραπείας κρίνεται απαραίτητη σε νέους ενήλικες ασθενείς με σαρκώματα που αναπτύσσονται κυρίως σε παιδιά (ραβδομυοσάρκωμα, σαρκώματα της οικογένειας Ewing, οστεοσάρκωμα),42,43 ανεξάρτητα με την ηλικία του ασθενούς κατά τη διάγνωση, με επιθετικά σχήματα που αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια και δείχνονται στον Πινακα 5. Αυτοί οι θεραπευτικοί χειρισμοί πρέπει να χορηγούνται είτε στα πλαίσια εισαγωγικής προεγχειρητικής χημειοθεραπείας είτε ως συμπληρωματική χημειοθεραπεία του χειρουργείου σε όλους τους ασθενείς που η γενική τους κατάσταση και η επάρκεια του μυελού των οστών το επιτρέπει. Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι η γενική κατάσταση του ασθενούς (performance status) αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή του θεραπευτικού χειρισμού σε ασθενείς με σαρκώματα εκ μαλακών μορίων.44

Η χημειοθεραπεία αποτελεί τη  βασική θεραπεία των ασθενών με μεταστατική νόσο. Ανθρακυκλίνες (δοξορουμπικίνη, λιποσωμιακή δοξορουμπικίνη και επιρουμπικίνη) και ιφωσφαμίδη είναι οι παράγοντες που κυρίως χρησιμοποιούνται, με αντικειμενικές ανταποκρίσεις που κυμαίνονται από 10 έως 25% για τον κάθε παράγοντα ξεχωριστά.6 Η συγχορήγηση των παραγόντων αυτών δεν κρίνεται σκόπιμη δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη συνέργειας μεταξύ τους. Σε τυχαιοποιημένες μελέτες σύγκρισης τόσο του συνδυασμού δοξορουμπικίνης με ιφωσφαμίδη όσο και με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες45-47 διαπιστώθηκε μικρή αύξηση των ανταποκρίσεων που δεν οδηγούσε όμως σε παράταση της επιβίωσης ενώ οι συνδυασμοί ήταν σημαντικά πιο τοξικοί. Οι δόσεις που χρησιμοποιούνται φαίνονται επίσης στον Πίνακα 5. Η δοξορουμπικίνη σε δόσεις > 60 mg/m2 (70-80 mg/m2 συνήθως) έχει αποδώσει ικανοποιητικές ανταποκρίσεις με ανεκτά επίπεδα τοξικότητας.48,49 Η θέση της λιποσωμιακής δοξοπουμπικίνης έχει επίσης ερευνηθεί στη θεραπεία των σαρκωμάτων εκ μαλακών μορίων και μπορεί να χρησιμοποιείται εναλλακτικά της δοξορουμπικίνης.50 Τέλος, η απευθείας σύγκριση της επιρουμπικίνης με τη δοξορουμπικίνη δεν είχε καλύτερα κλινικά αποτελέσματα, ούτε βελτίωσε το προφίλ της τοξικότητας.51,52

Ορισμένοι ιστολογικοί τύποι σαρκωμάτων έχουν ιδαίτερη ευαισθησία σε συγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, ο συνδυασμός δοσεταξέλης με γεμσιταμπίνη έχει αποδώσει ικανοποιητικά ποσοστά ανταποκρίσεων σε ασθενείς με λειομυοσάρκωμα,53 αν και έχει δειχθεί ότι ο συγκεκριμένος συνδυασμός είναι δραστικός και σε άλλους ιστολογικούς τύπους σαρκώμάτων.54 Η συγχορήγηση δοσεταξέλης με γεμσιταμπίνη συγκρίθηκε με τη χορήγηση γεμσιταμπίνης μόνο, σε ασθενείς με διάφορους ιστολογικούς τύπους σαρκωμάτων εκ μαλακών μορίων. Η γεμσιταμπίνη χορηγούνταν με  καθορισμένη ροή εγχυσης 10mg/m2/min(fixed dose rate), ενώ οι συνολικές δόσεις και των δύο φαρμάκων μειώνονταν στις περιπτώσεις που είχε προηγηθεί πυελική ακτινοβολία. Η ανταπόκριση τις πρώτες 24 εβδομάδες (27% έναντι 32%), η συνολική ανταπόκριση (16% έναντι 8%), το ελεύθερο νόσου διάστημα (6.2 έναντι 3 μηνών) και η συνολική επιβίωση (17.9 έναντι 11.5 μήνες) ήταν προς όφελος των ασθενών που έλαβαν το συνδυασμό φαρμάκων, με μεγαλύτερο όφελος για τους τους πάσχοντες από λειομυοσάρκωμα, κακόηθες ιστιοκύττωμα και αναπλαστικό σάρκωμα.55 Η ιφωσφαμίδη έχει παρόμοια δραστικότητα με τη δοξορουμπικίνη, αν και σε μια απευθείας σύγκρισή τους αποδείχθηκε πιο τοξική.56 Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στο συνοβιακό σάρκωμα και στο myxoid/ round cell λιποσάρκωμα, και λιγότερο στο λειομυοσάρκωμα.47,57 Ο συγκεκριμένος  ιστολογικός τύπος λιποσαρκώματος είναι επίσης ιδιαίτερα ευαίσθητος στη δοξορουμπικίνη και στη τραμπεκτεδίνη.58 Η τραμπεδικτίνη έχει δοκιμασθεί και σε άλλους τύπους σαρκωμάτων με ενθαρρυντικά αποτελέσματα.59 Οι ταξάνες δεν φαίνεται πως έχουν θέση στην αντιμετώπιση των σαρκωμάτων, με εξαίρεση το λειομυοσάρκωμα όπως ήδη αναφέρθηκε και το αγγεισάρκωμα. Η πακλιταξέλη, κυρίως σε εβδομαδιαίο σχήμα, έχει δώσει ιδιαίτερα ικανοποιητικά αποτελέσματα σε ασθενείς με αγγειοσάρκωμα60 Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, το τελευταίο διάστημα, διεξάγεται εκτεταμένη έρευνα διαφόρων μοριακών, βιολογικών παραγόντων σε συγκεκριμένους ιστολογικούς τύους σαρκωμάτων. Έτσι, πέρα από το imatinib και το sunitinib που έχουν ήδη εγκριθεί για τη θεραπεία των GIST όγκων, μία σειρά νέων παραγόντων έχουν δώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα το sirolimus,61,62 όπως επίσης και το sunitinib και το imatinib σε άλλες ενδείξεις (άλλους ιστολογικούς τύπους σαρκωμάτων).63-65

Συχνότερα σαρκώματα σε νέους ενήλικες

Πρακτικά, όλοι οι τύποι σαρκωμάτων μπορούν να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία με κάποιες διαφοροποιήσεις σε ότι αφορά στους παθογενετικούς μηχανισμούς και στη γενικότερη βιολογική συμπεριφορά της νόσου, ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς. Στατιστικά όμως, η επίπτωση των διαφόρων τύπων σαρκωμάτων ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία.  Έτσι, οι όγκοι GIST  είναι τα συχνότερα σαρκώματα εκ μαλακών μορίων στούς ενήλικες, αλλά η επίπτωσή τους σε νέους ενήλικες και παιδιά είναι σχετικά μικρή και χαρακτηρίζεται από διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Οι όγκοι αυτοί κατά κανόνα εμφανίζονται σποραδικά, στην 6η και 7η δεκαετία της ζωής και φέρουν c-kit ή PDGFR  μεταλλάξεις. Σε μία μελέτη που πρόσφατα ανακοινώθηκε , τα δεδομένα 44 ασθενών, ηλικίας 5-21 ετών με GIST όγκους αναλύθηκαν αναδρομικά. Ένας μόνο από τους ασθενείς έφερε μετάλλαξη του c-kit και κανένας του PDGFR, ενώ η εξέλιξη της νόσου ήταν πιο αργή σε σχέση με αυτή της τυπικής νόσου των ενηλίκων. Επίσης, η νόσος εντοπιζόταν συνήθως στο άντρο του στομάχου και σπανιότερα στο σώμα αυτού. Οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμε ότι οι GIST όγκοι στους νέους ενήλικες και στα παιδιά διέπονται από διαφορετικούς παθογενετικούς μηχανισμούς και κατά συνέπεια η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να στηριχθεί στη χρήση του αναστολέα της τυροσινικής κινάσης του c-kit (imatinib mesylate) που χρησιμοποιείται στο τυπικό GIST.66 Η αντιμετώπιση των όγκων αυτών συνεπώς πρέπει να ακολουθεί τις γενικότερες οδηγίες αντιμετώπισης των σαρκωμάτων εκ μαλακών μορίων.  Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι ασθενείς που πάσχουν από νευροϊνομάτωση τύπου Ι (NF1) έχουν 20-25% πιθανότητα να αναπτύξουν GIST με χαρακτηριστικά που ομοιάζουν με τους όγκους που αναπτύσσονται σε νέους ενήλικες ή παιδιά και σε ηλικία νεότερη κατά μια δεκαετία περίπου συγκρινόμενη με το σποραδικό GIST.67

Το ινοσάρκωμα είναι ένας κακοήθης όγκος που μπορεί να αναπτύσσεται στα οστά ή/και εξω-οστικά. Το εξω-οστικό ινοσάρκωμα εξορμάται από τον ινώδη συνδετικό ιστό και χαρακτηρίζεται από την παρουσία άωρων πολλαπλασιαζόμενων ινωδωβλαστών ή αδιαφοροποίητων αναπλαστικών ατρακτοειδών κυττάρων που συνήθως περιβάλλουν τα οστά. Συνήθως προσβάλλει άρρενες ηλικίας άνω των 30-40 ετών. Ανάλογα με το βαθμό διαφοροποίησης των κυττάρων, τα ινοσαρκώματα διακρίνονται σε καλής, μέτριας και χαμηλής διαφοροποίησης. Τα καλά διαφοροποιημένα τμήματα του όγκου παράγουν κολλαγόνο και παρουσιάζουν αραιές μιτώσεις, σε αντίθεση με τα αδιαφοροποίητα τα οποία αποτελούνται από άτυπα κύτταρα, με πολλές μιτώσεις που παράγουν σημαντικά μικρότερη ποσότητα κολλαγόνου.

Το νευροϊνοσάρκωμα (γνωστό και ως malignant peripheral nerve sheath tumor, ή  malignant schwannoma) είναι ένα νεόπλασμα που αναπτύσσεται από το συνδετικό ιστό που περιβάλλει τα νεύρα.68 Περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις εμφανίζονται σε πάσχοντες από νευροϊνωμάτωση τύπου 1.69 Η θεραπεία του είναι παρόμοια με αυτή που ακολουθείται (χειρουργική εξαίρεση του όγκου ακολουθούμενη από χημειοθεραπεία ή/και ακτινοθεραπεία)  και στα υπόλοιπα σαρκώματα εκ μαλακών μορίων. αλλά ανήκει στην κατηγορία των νεοπλασμάτων με φτωχή πρόγνωση.70 Τα σαρκώματα της οικογένειας Ewing περιλαμβάνουν το τυπικό σάρκωμα Ewing των οστών, το εξω-οστικό Ewing, τους PNET όγκους (PrimitiveNeuroEctodermalTumors) και τους όγκους Askin (PNET όγκοι του θωρακικού τοιχώματος). Οι όγκοι αυτοί προέρχονται από το ίδιο αρχέγονο κύτταρο (stemcell).71 Οι όγκοι PNET είναι σπάνιοι όγκοι της νευρικής ακρολοφίας εμφανιζόμενοι συνήθως σε παιδιά και νέους ενήλικες κάτω των 25 ετών. Ταξινομούνται σε 2 υπότυπους: το περιφερικό PNET και το PNET του κεντικού νευρικού συστήματος. Το περιφερικό PNET θεωρείται πλέον ταυτόσημο με το σάρκωμα Ewing δεδομένου ότι έχουν παρόμοιο φαινότυπο και μοιράζονται την ίδια χρωμοσωμιακή μετάλλαξη (μετάθεση). Έτσι, όγκοι που εμφανίζουν νευρική (neural) διαφοροποίηση χαρακτηρίζονται ως PNET, ενώ οι αδιαφοροποίητοι όγκοι ως σαρκώματα Ewing.72

Οι όγκοι της οικογένειας Ewing είναι ιδιαίτερα χημειο- και ακτινοευαίσθητοι και η συνήθης αντιμετώπισή τους συνίσταται στη χορήγηση προεγχειρητικά ή/και μετεγχειρητικά  του χημειοθεραπετικού συνδυασμού βινκριστίνης, δοξορουμπικίνης και κυκλοφωσφαμίδης εναλασσόμενου με το συνδυασμό ιφωσφαμίδης και ετοποσίδης για 17 κύκλους των 21 ημερών με πολύ καλά αποτελέσματα,43,73,74 5-ετής ελεύθερη νόσου επιβίωση 69% και 5-ετή συνολική επιβίωση 72% στη μεγαλύτερη μελέτη.43 Η κλινική έκβαση των ασθενών με προχωρημένη ή μεταστατική νόσο είναι σαφώς λιγότερο ευνοϊκή, με μία συνολική 5-ετή επιβίωση που αγγίζει το 25%.75,76 Επίσης πρέπει να τονισθεί ότι απευθείας τυχαιοποιημένη σύγκριση της ακτινοθεραπείας με τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου δεν έχει γίνει, ώστε να καθορισθεί η πλέον ενδεδειγμένη τοπική αρχική αντιμετώπιση της νόσου. Όταν η νόσος εμφανίζεται σε παιδικη ηλικία θεραπεία εκλογής θεωρείται η χειρουργική αφαίρεση του όγκου, όπου αυτό είναι δυνατό, δεδομένου ότι η ακτινοβολία θα παρεμποδίσει τη φυσιολογική ανάπτυξη των οστών.

Ο ρόλος της ηλικίας σε σχέση με την τελική έκβαση των όγκων αυτών παραμένει αμφιλεγόμενος.77 Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι ενήλικες έχουν χειρότερα αποτελέσματα συγκρινόμενοι με τα παιδιά με το ίδιο στάδιο νόσου. Ένα βασικό επιχείρημα όσων υποστηρίζουν την άποψη αυτή είναι ότι οι ενήλικες δυσκολότερα μπορούν να ανεχθούν την επιθετική χημειοθεραπεία που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της νόσου. Το γεγονός ότι η επίπτωση των σαρκωμάτων αυτών είναι πολύ χαμηλή στους ενήλικες αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο στην διενέργεια κλινικών μελετών που θα αξιολογεί το ρόλο της ηλικίας στην κλινική έκβαση της νόσου.

Παρομοίως το ραβδομυοσάρκωμα εμφανίζεται κυρίως στην παιδική ηλικία και πολύ σπάνια σε νέους ενήλικες, αποτελεί δε το 2-5% των σαρκωμάτων εκ μαλακών μορίων στους ενήλικες. Στις περισσότερες περιπτώσεις έχει σποραδική εμφάνιση ενώ σπανιότερα συνδύαζεται με υποκείμενα κληρονομικά σύνδρομα, όπως για παράδειγμα τα σύνδρομα Li-Fraumeni, Costello και Beckwith-Wiedemann.78-80 Τέσσερις υπότυποι ραβδομυοσαρκώματος έχουν ταυτοποιηθεί: το αποτελούμενο από βοτριοειδή και ατρακτοειδή κύτταρα που είναι υψηλής διαφοροποίησης με ευνοϊκή πρόγνωση, το εμβρυονικό που είναι το συχνότερο με ενδιάμεση πρόγνωση, το κυψελιδικό με σχετικά πτωχή πρόγνωση και το αδιαφοροποίητο που είναι συχνότερο στους ενήλικες και έχει επίσης πτωχή πρόγνωση.81

Η αντιμετώπιση του ραβδομυοσαρκώματος είναι επίσης πολυπαραγοντική  και περιλαμβάνει την εισαγωγική χημειοθεραπεία, την χειρουργική εξαίρεση του όγκου στη συνέχεια και ακολούθως την ακτινοθεραπεία με σκοπό την εκρίζωση της πιθανά υπολειπόμενης μικροσκοπικής νόσου.82,83 Ο χημειοθεραπευτικός συνδυασμός που χρησιμποιείται για τη θεραπεία του ραβδομυοσαρκώματος αποτελείται από τη βινκριστίνη, τη δακτινομυκίνη και τη κυκλοφωσφαμίδη (σχήμα VAC) ή την ιφωσφαμίδη (σχήμα VAI).84 Η κυκλοφωσφαμίδη ή η ιφωσφαμίδη δεν χορηγούνται σε ασθενείς χαμηλού κινδύνου υποτροπής που έχουν εξαιρετική πρόγνωση (σχήμα VA). Σε περίπτωση υποτροπής μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο ίδιος συνδυασμός, όπως επίσης ο συνδυασμός δοξορουμπικίνης, ιφωσφαμίδης-Mesna και δακαρμπαζίνης (σχήμα MAID).85 Τέλος, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι ασθενείς με αδιαφοροποίητο ραβδομυοσάρκωμα εξαιρούνται από τα πρωτόκολλα του ραβδομυοσαρκώματος. Παρ’όλα αυτά μπορούν να αντιμετωπισθούν είτε με το σχήμα VAC, είτε με κάποιο από τα σχήματα που χορηγούνται για τα υπόλοιπα σαρκώματα εκ μαλακών μορίων.

Οι όγκοι από δεσμοπλαστικά μικρά κυκλικά κύτταρα (desmoplastic small round cell tumor) είναι σπάνιο αλλά επιθετικό νεόπλασμα που εντοπίζεται κυρίως ενδοκοιλιακά σε άρρενες ηλικίας 15-35 ετών. Πρόκειται για πολύ επιθετικούς όγκους που μεθίστανται αιματογενώς αλλά και λεμφογενώς, των οποίων η διάγνωση συνήθως καθυστερεί. Η αντιμετώπισή του είναι παρόμοια με αυτή των σαρκωμάτων της ευρύτερης οικογένειας Ewing και συνίσταται στο συνδυασμό εισαγωγικής χημειοθεραπείας (σχήμα VDCA ή VDCA/IE) ακολουθούμενης από ριζική, κατά το δυνατό, εκτομή της βλάβης και στη συνέχεια ακτινοβολία στην περιοχή του αφαιρεθέντος όγκου ή των διηθημένων λεμφαδένων.

Οι δεσμοειδείς όγκοι είναι νεοπλασίες του ινοβλαστικού ιστού και μπορεί να εντοπίζονται στα άκρα (σποραδική μορφή), στο κοιλιακό τοίχωμα (κυρίως σε γυναίκες κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης) ή στη ρίζα του μεσεντερίου (όταν συνδυάζεται με οικογενή αδενωματώδη πολυποδίαση, FAP). Αναπτύσσονται σχετικά αργά, δεν έχουν την ικανότητα να μεθίστανται αλλά, συχνά υποτροπιάζουν τοπικά, ακόμη και μετά από πλήρη εξαίρεσή τους.86,87 Ακόμη και ασθενείς με αρνητικά χειρουργικά όρια υποτροπιάζουν σε ποσοστό που κυμαίνεται από 16% έως 39%.88-90 Για το λόγο αυτό, αν και πολλοί ερευνητές διαφωνούν με τη χρήση συμπληρωματικής ακτινοθεραπείας σε ασθενείς με πλήρως εξαιρεθέντες όγκους,91,92 φαίνεται πως υπάρχει συμφωνία για τους ασθενείς στους οποίους τα χειρουργικά όρια εκτομής της βλάβης είναι μικροσκοπικά διηθημένα.91 Επίσης, η ακτινοβολία αποτελεί μια θεραπευτική επιλογή για ασθενείς που για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι υποψήφιοι για ριζικό χειρουργείο. Οι όγκοι αυτοί έχει δειχθεί ότι μπορεί να ανταποκρίνονται σε ορμονικούς χειρισμούς, όπως η χορήγηση ταμοξιφαίνης, LHRH- ανάλογων ή αναστολέων αρωματάσης.6 Η μονοθεραπεία με δοξορουμπικίνη έχει αποδώσει ικανοποιητικές ανταποκρίσεις και αποτελεί έναν αποδεκτό θεραπευτικό χειρισμό για συμπτωματικούς ασθενείς.93 Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι ενθαρρυντικά αποτελέσματα έχει δώσει η χορήγηση imatinib.94,95

Το συνοβιακό σάρκωμα προσβάλλει συνήθως τα άκρα νεαρών άτομων και αποτελείται από 2 μορφολογικούς τύπους: το διφασικό που φέρει μεταλλάξεις στο γονίδιο SYT-SSX1 και χαρακτηρίζεται από την παρουσία κυττάρων με αδενική επιθηλιακή διαφοροποίηση και το μονοφασικό που φέρει μεταλλάξεις στο γονίδιο SYT-SSX2 και στερείται αδενικής διαφοροποίησης.96 Οι προαναφερθείσες μεταλλάξεις φαίνεται πως έχουν προβλεπτική αξία για την ανταπόκριση στη χημειοθεραπεία με τους ασθενείς με διφασικό συνοβιακό σάρκωμα να έχουν φτωχότερη ανταπόκριση.97,98 Έτσι οι ασθενείς αυτοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν υποψήφιοι για εντατικοποιημένη συμπληρωματική χημειοθεραπεία.47,57 Πράγματι, με τη συμπληρωματική χημειοθεραπεία με βάση την ιφωσφαμίδη δείχθηκε ότι υπήρξε μία σημαντική αύξηση της 4-ετούς επιβίωσης προς όφελος των ασθενών με  Τ2 συνοβιακό σάρκωμα των άκρων που έλαβαν χημειοθεραπεία σε σχέση με εκείνους που δεν έλαβαν (88% έναντι 67%, p=0.01).99

 

Συμπεράσματα – Μελλοντικοί στόχοι

Τα σαρκώματα εκ μαλακών μορίων είναι μια ετερογενής ομάδα νεοπλασμάτων με διαφορετική πρόγνωση και ευαισθησία στη χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία ανάλογα με τον ιστολογικό τους  τύπο. Ορισμένα εξ’αυτών εμφανίζονται σημαντικά συχνότερα σε νέους ενήλικες. Η χειρουργική αφαίρεσή τους αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την αντιμετώπισή τους. Η ακτινοθεραπεία (εισαγωγική ή συμπληρωματική) αποδεδειγμένα συνεισφέρει στην μείωση του ποσοστού τοπικών υποτροπών και στο περιορισμό της έκτασης της χειρουργικής επέμβασης. Ο ρόλος της συμπληρωματικής χημειοθεραπείας είναι αμφισβητούμενος. Με εξαίρεση τα παιδιατρικά σαρκώματα, που είναι ιδιαίτερα χημειοευαίσθητα, η χρήση της δεν συνιστάται έξω από ερευνητικά πρωτόκολλα. Στη μεταστατική νόσο, η χημειοθεραπεία έχει  αποδώσει ικανοποιητικές ανταποκρίσεις με σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων και της συνολικής επιβίωσης. Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των ασθενών με σαρκώματα μαλακών μορίων απαιτεί τη στενή συνεργασία του εξειδικευμένου χειρουργού, του ακτινοθεραπευτή και του παθολόγου – ογκολόγου.

Τα τελευταία χρόνια η καλύτερη κατανόηση της βιολογίας του καρκίνου έχει οδηγήσει στην παραγωγή νέων βιολογικών, στοχευμένων θεραπειών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι χημειοανθεκτικοί GIST όγκοι οι οποίοι φέρουν μεταλλάξεις του c-kit υποδοχέα και αντιμετωπίζονται άριστα (ανταποκρίσεις 40-70% στην ανεγχείρητη ή μεταστατική νόσο) με τον αναστολέα της τυροσινικής κινάσης του c-kit. Η θέση των αντι-αγγειογενετικών παραγόντων στη θεραπεία των σαρκωμάτων ερευνάται εκτεταμένα το τελευταίο διάστημα. Ήδη, η σουνιτινίμπη έχει εγκριθεί ως θεραπεία δεύτερης γραμμής για τους GIST όγκους. Διάφοροι άλλοι αναστολείς τυροσινικής κινάσης (π.χ. sorafenib) δοκιμάζονται σε διάφορους ιστολογικούς υπότυπους. Η αναστολή μετάδοσης σήματος διαφόρων υποδοχέων των νεοπλασματικών κυττάρων βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας που διεξάγεται το τελευταίο διάστημα για την αντιμετώπιση του σαρκώματος  Η χρήση της γονιδιακής θεραπείας ή των εμβολίων για την αντιμετώπιση των σαρκωμάτων, όπως και άλλων νεοπλασιών, αποτελεί ένα άλλο πεδίο που μελετάται επισταμένα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.         Miller RW, Young JL, Jr., Novakovic B. Childhood cancer. Cancer 1995;75:395-405.

2.         Fletcher C, Unni K, Mertens F. World Health Organization Classification of tumors: Pathology and Genetics tumors of soft tissue and bone. IARC Press, Lyon 2002.

3.         Casillas J, Ross J, et al; Soft Tissue Sarcomas. Chapter 7, p:82-95. National Cancer Institute

4.         World Health Organization Classification of Tumours: Pathology and genetics of tumours of soft tissue and bone, Fletcher, CDM, Unni, KK, Mertens, F, Eds. Lyon, IARC 2002

5.         World Health Organization Classification of Tumours: Pathology and genetics of Tumours of the nervous system, Kleihues,P, Cavenee, WK, Eds, Lyon, IARC, 2000.

6.         DeVita VT, Lawrence TS, Rosenberg SA. Cancer Principles & Practice of Oncology. Chapter 45, 8th edition.

7.         D’Agostino AN, Soule EH, Miller RH. Sarcomas of the Peripheral Nerves and Somatic Soft Tissues Associated with Multiple Neurofibromatosis (Von Recklinghausen’s Disease). Cancer 1963;16:1015-27.

8.         Fraumeni JF, Jr., Vogel CL, Easton JM. Sarcomas and multiple polyposis in a kindred. A genetic variety of hereditary polyposis? Archives of internal medicine 1968;121:57-61.

9.         Cha C, Antonescu CR, Quan ML, Maru S, Brennan MF. Long-term results with resection of radiation-induced soft tissue sarcomas. Annals of surgery 2004;239:903-9; discussion 9-10.

10.       Stewart FW, Treves N. Lymphangiosarcoma in postmastectomy lymphedema; a report of six cases in elephantiasis chirurgica. Cancer 1948;1:64-81.

11.       Muller R, Hajdu SI, Brennan MF. Lymphangiosarcoma associated with chronic filarial lymphedema. Cancer 1987;59:179-83.

12.       Fong Y, Rosen PP, Brennan MF. Multifocal desmoids. Surgery 1993;114:902-6.

13.       Smith AH, Pearce NE, Fisher DO, Giles HJ, Teague CA, Howard JK. Soft tissue sarcoma and exposure to phenoxyherbicides and chlorophenols in New Zealand. Journal of the National Cancer Institute 1984;73:1111-7.

14.       Kang H, Weatherbee L, Breslin Pea. Soft tissue sarcoma and military service in Vietnam: a case comparison group analysis of hospital patients. . J Occup Med 1986;28:1215.

15.       Lawrence W, Jr., Donegan WL, Natarajan N, Mettlin C, Beart R, Winchester D. Adult soft tissue sarcomas. A pattern of care survey of the American College of Surgeons. Annals of surgery 1987;205:349-59.

16.       Baratti D, Pennacchioli E, Casali PG, et al. Epithelioid sarcoma: prognostic factors and survival in a series of patients treated at a single institution. Annals of surgical oncology 2007;14:3542-51.

17.       Sakharpe A, Lahat G, Gulamhusein T, et al. Epithelioid sarcoma and unclassified sarcoma with epithelioid features: clinicopathological variables, molecular markers, and a new experimental model. The oncologist 2011;16:512-22.

18.       Christie-Large M, James SL, Tiessen L, Davies AM, Grimer RJ. Imaging strategy for detecting lung metastases at presentation in patients with soft tissue sarcomas. Eur J Cancer 2008;44:1841-5.

19.       ASCO Medical Oncology Self- Evaluation Program, chapter 12 Sarcoma, p:263-271, 7th edition, 2007.

20.       Fong Y, Coit DG, Woodruff JM, Brennan MF. Lymph node metastasis from soft tissue sarcoma in adults. Analysis of data from a prospective database of 1772 sarcoma patients. Annals of surgery 1993;217:72-7.

21.       Riad S, Griffin AM, Liberman B, et al. Lymph node metastasis in soft tissue sarcoma in an extremity. Clinical orthopaedics and related research 2004:129-34.

22.       Mazeron JJ, Suit HD. Lymph nodes as sites of metastases from sarcomas of soft tissue. Cancer 1987;60:1800-8.

23.       Blazer DG, 3rd, Lazar AJ, Xing Y, et al. Clinical outcomes of molecularly confirmed clear cell sarcoma from a single institution and in comparison with data from the Surveillance, Epidemiology, and End Results registry. Cancer 2009;115:2971-9.

24.       AJCC (American Joint Committee on Cancer). Cancer Stating Manual, 7th edition, Edge SB, Byrd DR, Compton, et al (Eds), Springer, New York 2010. p.291.

25.       Suit HD, Mankin HJ, Wood WC, et al. Treatment of the patient with stage M0 soft tissue sarcoma. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1988;6:854-62.

26.       Ramanathan RC, A’Hern R, Fisher C, Thomas JM. Modified staging system for extremity soft tissue sarcomas. Annals of surgical oncology 1999;6:57-69.

27.       Rooser B, Attewell R, Berg NO, Rydholm A. Prognostication in soft tissue sarcoma. A model with four risk factors. Cancer 1988;61:817-23.

28.       Kattan MW, Leung DH, Brennan MF. Postoperative nomogram for 12-year sarcoma-specific death. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2002;20:791-6.

29.       Schuetze SM, Rubin BP, Vernon C, et al. Use of positron emission tomography in localized extremity soft tissue sarcoma treated with neoadjuvant chemotherapy. Cancer 2005;103:339-48.

30.       Fabrizio PL, Stafford SL, Pritchard DJ. Extremity soft-tissue sarcomas selectively treated with surgery alone. International journal of radiation oncology, biology, physics 2000;48:227-32.

31.       Alektiar KM, Leung D, Zelefsky MJ, Healey JH, Brennan MF. Adjuvant brachytherapy for primary high-grade soft tissue sarcoma of the extremity. Annals of surgical oncology 2002;9:48-56.

32.       Yang JC, Chang AE, Baker AR, et al. Randomized prospective study of the benefit of adjuvant radiation therapy in the treatment of soft tissue sarcomas of the extremity. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1998;16:197-203.

33.       Pisters PW, Harrison LB, Leung DH, Woodruff JM, Casper ES, Brennan MF. Long-term results of a prospective randomized trial of adjuvant brachytherapy in soft tissue sarcoma. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1996;14:859-68.

34.       O’Sullivan B, Davis AM, Turcotte R, et al. Preoperative versus postoperative radiotherapy in soft-tissue sarcoma of the limbs: a randomised trial. Lancet 2002;359:2235-41.

35.       Pisters PW, Ballo MT, Fenstermacher MJ, et al. Phase I trial of preoperative concurrent doxorubicin and radiation therapy, surgical resection, and intraoperative electron-beam radiation therapy for patients with localized retroperitoneal sarcoma. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2003;21:3092-7.

36.       Jones JJ, Catton CN, O’Sullivan B, et al. Initial results of a trial of preoperative external-beam radiation therapy and postoperative brachytherapy for retroperitoneal sarcoma. Annals of surgical oncology 2002;9:346-54.

37.       Kepka L, DeLaney TF, Suit HD, Goldberg SI. Results of radiation therapy for unresected soft-tissue sarcomas. International journal of radiation oncology, biology, physics 2005;63:852-9.

38.       Adjuvant chemotherapy for localised resectable soft-tissue sarcoma of adults: meta-analysis of individual data. Sarcoma Meta-analysis Collaboration. Lancet 1997;350:1647-54.

39.       Frustaci S, Gherlinzoni F, De Paoli A, et al. Adjuvant chemotherapy for adult soft tissue sarcomas of the extremities and girdles: results of the Italian randomized cooperative trial. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2001;19:1238-47.

40.       Woll PJ, van Glabbeke M, Hohenberger Pea. Adjuvant chemotherapy with doxorubicin and ifosfamide in resected soft tissue sarcoma; Interim analysis of a randomized phase III trial.  . J Cin Oncol 2007;25 (18S):10008.

41.       Eilber FC, Eilber FR, Eckardt J, et al. The impact of chemotherapy on the survival of patients with high-grade primary extremity liposarcoma. Annals of surgery 2004;240:686-95; discussion 95-7.

42.       Crist WM, Anderson JR, Meza JL, et al. Intergroup rhabdomyosarcoma study-IV: results for patients with nonmetastatic disease. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2001;19:3091-102.

43.       Grier HE, Krailo MD, Tarbell NJ, et al. Addition of ifosfamide and etoposide to standard chemotherapy for Ewing’s sarcoma and primitive neuroectodermal tumor of bone. The New England journal of medicine 2003;348:694-701.

44.       Penel N, Glabbeke MV, Mathoulin-Pelissier S, et al. Performance status is the most powerful risk factor for early death among patients with advanced soft tissue sarcoma: the European Organisation for Research and Treatment of Cancer-Soft Tissue and Bone Sarcoma Group (STBSG) and French Sarcoma Group (FSG) study. British journal of cancer 2011;104:1544-50.

45.       Borden EC, Amato DA, Rosenbaum C, et al. Randomized comparison of three adriamycin regimens for metastatic soft tissue sarcomas. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1987;5:840-50.

46.       Santoro A, Tursz T, Mouridsen H, et al. Doxorubicin versus CYVADIC versus doxorubicin plus ifosfamide in first-line treatment of advanced soft tissue sarcomas: a randomized study of the European Organization for Research and Treatment of Cancer Soft Tissue and Bone Sarcoma Group. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1995;13:1537-45.

47.       Edmonson JH, Ryan LM, Blum RH, et al. Randomized comparison of doxorubicin alone versus ifosfamide plus doxorubicin or mitomycin, doxorubicin, and cisplatin against advanced soft tissue sarcomas. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1993;11:1269-75.

48.       Demetri GD, Elias AD. Results of single-agent and combination chemotherapy for advanced soft tissue sarcomas. Implications for decision making in the clinic. Hematology/oncology clinics of North America 1995;9:765-85.

49.       Benjamin RS, Wiernik PH, Bachur NR. Adriamycin: a new effective agent in the therapy of disseminated sarcomas. Medical and pediatric oncology 1975;1:63-76.

50.       Judson I, Radford JA, Harris M, et al. Randomised phase II trial of pegylated liposomal doxorubicin (DOXIL/CAELYX) versus doxorubicin in the treatment of advanced or metastatic soft tissue sarcoma: a study by the EORTC Soft Tissue and Bone Sarcoma Group. Eur J Cancer 2001;37:870-7.

51.       Mouridsen HT, Bastholt L, Somers R, et al. Adriamycin versus epirubicin in advanced soft tissue sarcomas. A randomized phase II/phase III study of the EORTC Soft Tissue and Bone Sarcoma Group. European journal of cancer & clinical oncology 1987;23:1477-83.

52.       Nielsen OS, Dombernowsky P, Mouridsen H, et al. High-dose epirubicin is not an alternative to standard-dose doxorubicin in the treatment of advanced soft tissue sarcomas. A study of the EORTC soft tissue and bone sarcoma group. British journal of cancer 1998;78:1634-9.

53.       Hensley ML, Maki R, Venkatraman E, et al. Gemcitabine and docetaxel in patients with unresectable leiomyosarcoma: results of a phase II trial. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2002;20:2824-31.

54.       Bay JO, Ray-Coquard I, Fayette J, et al. Docetaxel and gemcitabine combination in 133 advanced soft-tissue sarcomas: a retrospective analysis. International journal of cancer Journal international du cancer 2006;119:706-11.

55.       Maki RG, Wathen JK, Patel SR, et al. Randomized phase II study of gemcitabine and docetaxel compared with gemcitabine alone in patients with metastatic soft tissue sarcomas: results of sarcoma alliance for research through collaboration study 002 [corrected]. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2007;25:2755-63.

56.       Lorigan P, Verweij J, Papai Z, et al. Phase III trial of two investigational schedules of ifosfamide compared with standard-dose doxorubicin in advanced or metastatic soft tissue sarcoma: a European Organisation for Research and Treatment of Cancer Soft Tissue and Bone Sarcoma Group Study. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2007;25:3144-50.

57.       Patel SR, Vadhan-Raj S, Papadopolous N, et al. High-dose ifosfamide in bone and soft tissue sarcomas: results of phase II and pilot studies–dose-response and schedule dependence. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1997;15:2378-84.

58.       Grosso F, Jones RL, Demetri GD, et al. Efficacy of trabectedin (ecteinascidin-743) in advanced pretreated myxoid liposarcomas: a retrospective study. The lancet oncology 2007;8:595-602.

59.       Grosso F, Sanfilippo R, Virdis E, et al. Trabectedin in myxoid liposarcomas (MLS): a long-term analysis of a single-institution series. Annals of oncology : official journal of the European Society for Medical Oncology / ESMO 2009;20:1439-44.

60.       Fury MG, Antonescu CR, Van Zee KJ, Brennan MF, Maki RG. A 14-year retrospective review of angiosarcoma: clinical characteristics, prognostic factors, and treatment outcomes with surgery and chemotherapy. Cancer J 2005;11:241-7.

61.       Bissler JJ, McCormack FX, Young LR, et al. Sirolimus for angiomyolipoma in tuberous sclerosis complex or lymphangioleiomyomatosis. The New England journal of medicine 2008;358:140-51.

62.       Wagner AJ, Malinowska-Kolodziej I, Morgan JA, et al. Clinical activity of mTOR inhibition with sirolimus in malignant perivascular epithelioid cell tumors: targeting the pathogenic activation of mTORC1 in tumors. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2010;28:835-40.

63.       George S, Merriam P, Maki RG, et al. Multicenter phase II trial of sunitinib in the treatment of nongastrointestinal stromal tumor sarcomas. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2009;27:3154-60.

64.       Stacchiotti S, Negri T, Palassini E, et al. Sunitinib malate and figitumumab in solitary fibrous tumor: patterns and molecular bases of tumor response. Molecular cancer therapeutics 2010;9:1286-97.

65.       Blay JY, El Sayadi H, Thiesse P, Garret J, Ray-Coquard I. Complete response to imatinib in relapsing pigmented villonodular synovitis/tenosynovial giant cell tumor (PVNS/TGCT). Annals of oncology : official journal of the European Society for Medical Oncology / ESMO 2008;19:821-2.

66.       Miettinen M, Lasota J, Sobin LH. Gastrointestinal stromal tumors of the stomach in children and young adults: a clinicopathologic, immunohistochemical, and molecular genetic study of 44 cases with long-term follow-up and review of the literature. The American journal of surgical pathology 2005;29:1373-81.

67.       Miettinen M, Fetsch JF, Sobin LH, Lasota J. Gastrointestinal stromal tumors in patients with neurofibromatosis 1: a clinicopathologic and molecular genetic study of 45 cases. The American journal of surgical pathology 2006;30:90-6.

68.       Rapini RP, Bolognia JL, Jorizzo JL. Dermatology: 2-Volume Set. St. Louis: Mosby. ISBN 1-4160-2999-0. 2007.

69.       Evans DG, Baser ME, McGaughran J, Sharif S, Howard E, Moran A. Malignant peripheral nerve sheath tumours in neurofibromatosis 1. Journal of medical genetics 2002;39:311-4.

70.       Neville H, Corpron C, Blakely ML, Andrassy R. Pediatric neurofibrosarcoma. Journal of pediatric surgery 2003;38:343-6; discussion -6.

71.       Iwamoto Y. Diagnosis and treatment of Ewing’s sarcoma. Japanese journal of clinical oncology 2007;37:79-89.

72.       Kumar V, Fausto N, Abbas A. Robbins & Cotran Pathologic Basis of Disease (7th ed.). Saunders. Page 1301).2004.

73.       Bacci G, Picci P, Ferrari S, et al. Neoadjuvant chemotherapy for Ewing’s sarcoma of bone: no benefit observed after adding ifosfamide and etoposide to vincristine, actinomycin, cyclophosphamide, and doxorubicin in the maintenance phase–results of two sequential studies. Cancer 1998;82:1174-83.

74.       Kolb EA, Kushner BH, Gorlick R, et al. Long-term event-free survival after intensive chemotherapy for Ewing’s family of tumors in children and young adults. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2003;21:3423-30.

75.       Kushner BH, Meyers PA, Gerald WL, et al. Very-high-dose short-term chemotherapy for poor-risk peripheral primitive neuroectodermal tumors, including Ewing’s sarcoma, in children and young adults. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1995;13:2796-804.

76.       Pinkerton CR, Bataillard A, Guillo S, Oberlin O, Fervers B, Philip T. Treatment strategies for metastatic Ewing’s sarcoma. Eur J Cancer 2001;37:1338-44.

77.       Baldini EH, Demetri GD, Fletcher CD, Foran J, Marcus KC, Singer S. Adults with Ewing’s sarcoma/primitive neuroectodermal tumor: adverse effect of older age and primary extraosseous disease on outcome. Annals of surgery 1999;230:79-86.

78.       Li FP, Fraumeni JF, Jr. Soft-tissue sarcomas, breast cancer, and other neoplasms. A familial syndrome? Annals of internal medicine 1969;71:747-52.

79.       DeBaun MR, Tucker MA. Risk of cancer during the first four years of life in children from The Beckwith-Wiedemann Syndrome Registry. The Journal of pediatrics 1998;132:398-400.

80.       Quezada E, Gripp KW. Costello syndrome and related disorders. Current opinion in pediatrics 2007;19:636-44.

81.       Qualman SJ, Coffin CM, Newton WA, et al. Intergroup Rhabdomyosarcoma Study: update for pathologists. Pediatric and developmental pathology : the official journal of the Society for Pediatric Pathology and the Paediatric Pathology Society 1998;1:550-61.

82.       Filipas D, Fisch M, Stein R, Gutjahr P, Hohenfellner R, Thuroff JW. Rhabdomyosarcoma of the bladder, prostate or vagina: the role of surgery. BJU international 2004;93:125-9.

83.       Martelli H, Oberlin O, Rey A, et al. Conservative treatment for girls with nonmetastatic rhabdomyosarcoma of the genital tract: A report from the Study Committee of the International Society of Pediatric Oncology. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 1999;17:2117-22.

84.       Burke M, Anderson JR, Kao SC, et al. Assessment of response to induction therapy and its influence on 5-year failure-free survival in group III rhabdomyosarcoma: the Intergroup Rhabdomyosarcoma Study-IV experience–a report from the Soft Tissue Sarcoma Committee of the Children’s Oncology Group. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2007;25:4909-13.

85.       Antman K, Crowley J, Balcerzak SP, et al. A Southwest Oncology Group and Cancer and Leukemia Group B phase II study of doxorubicin, dacarbazine, ifosfamide, and mesna in adults with advanced osteosarcoma, Ewing’s sarcoma, and rhabdomyosarcoma. Cancer 1998;82:1288-95.

86.       Clark SK, Neale KF, Landgrebe JC, Phillips RK. Desmoid tumours complicating familial adenomatous polyposis. The British journal of surgery 1999;86:1185-9.

87.       Heiskanen I, Jarvinen HJ. Occurrence of desmoid tumours in familial adenomatous polyposis and results of treatment. International journal of colorectal disease 1996;11:157-62.

88.       Lev D, Kotilingam D, Wei C, et al. Optimizing treatment of desmoid tumors. Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2007;25:1785-91.

89.       Meazza C, Bisogno G, Gronchi A, et al. Aggressive fibromatosis in children and adolescents: the Italian experience. Cancer 2010;116:233-40.

90.       Nuyttens JJ, Rust PF, Thomas CR, Jr., Turrisi AT, 3rd. Surgery versus radiation therapy for patients with aggressive fibromatosis or desmoid tumors: A comparative review of 22 articles. Cancer 2000;88:1517-23.

91.       Spear MA, Jennings LC, Mankin HJ, et al. Individualizing management of aggressive fibromatoses. International journal of radiation oncology, biology, physics 1998;40:637-45.

92.       Wong SL. Diagnosis and management of desmoid tumors and fibrosarcoma. Journal of surgical oncology 2008;97:554-8.

93.       Weiss AJ, Horowitz S, Lackman RD. Therapy of desmoid tumors and fibromatosis using vinorelbine. American journal of clinical oncology 1999;22:193-5.

94.       Heinrich MC, McArthur GA, Demetri GD, et al. Clinical and molecular studies of the effect of imatinib on advanced aggressive fibromatosis (desmoid tumor). Journal of clinical oncology : official journal of the American Society of Clinical Oncology 2006;24:1195-203.

95.       Chugh R, Maki RG, Thomas DG, al e. A SARC phase II multicenter trial of imatinib mesylate in patients with aggresive fibromatosis. J Clin Oncol 2006; 24 (18S):9515.

96.       Kawai A, Woodruff J, Healey JH, Brennan MF, Antonescu CR, Ladanyi M. SYT-SSX gene fusion as a determinant of morphology and prognosis in synovial sarcoma. The New England journal of medicine 1998;338:153-60.

97.       O’Sullivan B, Cummings B, Catton C, et al. Outcome following radiation treatment for high-risk pigmented villonodular synovitis. International journal of radiation oncology, biology, physics 1995;32:777-86.

98.       Ozer H. American Society of Clinical Oncology guidelines for the use of hematopoietic colony-stimulating factors. Current opinion in hematology 1996;3:3-10.

99.       Eilber FC, Brennan MF, Eilber FR, et al. Chemotherapy is associated with improved survival in adult patients with primary extremity synovial sarcoma. Annals of surgery 2007;246:105-13.

 

 


 


Πίνακας 1. Ιστολογική ταξινόμηση των συχνότερων  κακοήθων

σαρκωμάτων εκ μαλακών μορίων

 

Όγκοι λιπώδους ιστών
Dedifferentiated liposarcoma
Myxoid liposarcoma
Plemorphic liposarcoma
Ινοϊστιοκυτταρικοί όγκοι
Pleomorphic malignant fibrous histiocytoma (MFH)/undifferentiated pleomorphic sarcoma
Giant cell MFH/undifferentiated pleomorphic sarcoma with giant cells
Inflammatory MFH/undifferentiated pleomorphic sarcoma with prominent inflammation
Όγκοι σκελετικών μυών
Rhabdomyosarcoma
Όγκοι εκλείων μυϊκών μυών
Leiomyosarcoma
Περιαγγειακοί όγκοι
Malignant glomus tumor
Όγκοι αγγείων και λεμφαγγείων
Angiosarcoma
Epithelioid hemangioendothelioma
Ινοβλαστικοί & μυοϊνοβλαστικοί όγκοι
Adult fibrosarcoma
Myxofibrosarcoma
Low-grade fibromyxoid sarcoma
Sclerosing epthelioid fibrosarcoma
Όγκοι κρανιακών και περιφερικών νεύρων
Malignant peripheral nerve sheath tumor or MPNST, neurofibrosarcoma
Malignant Triton tumor (MPNST with rhabdomyosarcoma)
Malignant granular cell tumor
Gastrointestinal autonomic nerve tumor (plexosarcoma)
PNET (neuroblastoma, and peripheral neuroectodermal tumor)
Εξωσκελετικοί
Mesenchymal chondrosarcoma
Extraskeletal osteosarcoma
Όγκοι αγνώστου ιστογένεσης
Synovial sarcoma
Epithelioid sarcoma
Clear cell sarcoma of the soft tissue

Ref.4,5

 

Πίνακας 2. Χρωμοσωμικές μεταλλάξεις σε Σαρκώματα εκ μαλακών μορίων

Ιστολογικός τύπος Χρωμοσωμικές μεταλλάξεις Εμπλεκόμενα γονίδια

Συχνότητα (%)

Ewing’s sarcoma family t(11;22)(q24;q12) EWS-FL11

85

t(21;22)(q22;q12) EWS-ERG

5-10

Myxoid- round cell liposarcoma t(12;16)(q13;q11) TLS (FUS)- CHOP

>75

Atypical lipomatus tumor, well-diferentiated liposarcoma 12q rings and giant markers HMGIC, CDK4 andMDM2 amplification

>90

Alveolar rhabdomyosarcoma t(2;13)(q35;q14) PAX3-FKHR

~70

t(1;13)(p36;q14) PAX7-FKHR

~15

Desmoplastic small round cell tumor t(11;22)(p13;q12) EWS-WT1

>90

Synovial sarcoma t(X;18)(p11;q11) SYT-SSX1, SYT-SSX2

>90


 Πίνακας 3: Θέση υποτροπής ανάλογα με την εντόπιση της πρωτοπαθούς εστίας

 

Πρωτοπαθής εστία

Τοπικά

Πνεύμονες

Αλλού

Πολλαπλές εστίες

Άκρα (%)

10

70

15

5

Κορμός (%)

41

29

12

18

Οπισθοπεριτοναϊκά (%)

30

17

6

47

 

 

 

 

Πίνακας 4. TNM σταδιοποίηση για τα Σαρκώματα εκ μαλακών μορίων

Ανατομική σταδιοποίηση/ προγνωστικές ομάδες

Στάδιο

T*

N

M

G

Στάδιο IA

T1a

N0

M0

G1, GX

T1b

N0

M0

G1, GX

Στάδιο IB

T2a

N0

M0

G1, GX

T2b

N0

M0

G1, GX

Στάδιο IIA

T1a

N0

M0

G2, G3

T1b

N0

M0

G2, G3

Στάδιο IIB

T2a

N0

M0

G2

T2b

N0

M0

G2

Στάδιο III

T2a, T2b

N0

M0

G3

Any T

N1

M0

Any G

Στάδιο IV

Any T

Any N

M1

Any G

Note: *T= T1: όγκοι ≤5cm στη μεγαλύτερή τους διάσταση, T1a: Επιφανειακοί όγκοι, T1b: Εν τω βάθει όγκοι, T2: όγκοι >5cm στη μεγαλύτερή τους διάσταση, T2a: Επιφανειακοί όγκοι, T2b: Εν τω βάθει όγκοι

̐N= N0: απουσία μεταστάσεων σε περιοχικούς λεμφαδένες, N1: Μεταστάσεις σε περιοχικούς λεμφαδένες

M= M0: Απουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων, M1: Απομακρυσμένες μεταστάσεις

G= GX: βαθμός μη προσδιορίσιμος, G1: βαθμός, G2: βαθμός 2, G3: βαθμός 3

 


Πίνακας 5. Σχήματα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία Σαρκωμάτων

Χημειοθεραπευτικός παράγοντας        Δόσεις

Θεραπευτικό σχήμα

VA x 1 έτος
VincristineDactinomycin 1.5 mg/m2 (max 2 mg)0.045 mg/kg (max 2.5 mg) Εβδομαδιαία, τις εβδομάδες 0-8, 12-20, 24-32, 36-44Κάθε 3 εβδομάδες, από εβδομάδα 0 έως 45
VAC x 1 έτος
Vincristine 1.5 mg/m2 (max 2 mg) Εβδομαδιαία, τις εβδομάδες 0-8, 12-20, 24-32, 36-44
Dactinomycin 0.045 mg/kg (max 2.5 mg) Κάθε 3 εβδομάδες, από εβδομάδα 0 έως 45
Cyclophosphamide 1200 mg/m2 με MESNA καιG-CSF Κάθε 3 εβδομάδες, από εβδομάδα 0 έως 42
VDCA
Vincristine 2 mg/m2 (max 2 mg) d1 Κύκλοι 1-17
Doxorubicin 75 mg/m2, d1 Κύκλοι 1-5
Cyclophosphamide + mesna 1200 mg/m2 d1 Κύκλοι 1-17
Dactinomycin 1.25 mg/m2 d1 Κύκλοι 6-17
VDCA/IE
Ifosfamide +  mesna 1800 mg/m2 daily, d1-5 Κύκλοι 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16
Etoposide 100 mg/m2 daily, d1-5 Κύκλοι 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16
DOXORUBICIN/ IFOSFAMIDE24-h συνεχιζόμενη δόσηΥψηλή δόση

 

60-90 mg/m2 5g/m22-4g/ m2/d Bolus ή IV συνεχή έγχυση για 3-4 ημέρες κάθε 3 εβδομάδες24-h IV συνεχή έγχυση με mesna κάθε 3-4 εβδομάδεςBolus ή IV συνεχή έγχυση με mesna για 4 ημέρες κάθε 3-4 εβδομάδες
MAID
Doxorubicin 60 mg/m2 Bolus ή διαιρεμένο σε 3 ημέρες σε bolus ή IV συνεχή έγχυση κάθε 3-4 εβδομάδες
Ifosfamide με mesna 2.0-2.5 g/m2 Καθημερινά για 3 ημέρες ή IV συνεχή έγχυση με mesna κάθε 3-4 εβδομάδες
Dacarbazine 900-1200 mg/m2 Bolus ή διαιρεμένο σε 3 ημέρες σε bolus ή IV συνεχή έγχυση κάθε 3-4 εβδομάδες
CYVADIC
Cyclophosphamide 500 mg/m2
Vincristine 1.5 mg/m2 ­­­days 1 and 5;max 2mg/dose
Doxorubicin 50 mg/m2 Bolus κάθε 3 εβδομάδες
Dacarbazine 250 mg/m2/dx5

 

 

Σχολιάστε


scroll to top