Log In
08/03/2018

Παρουσίαση Βιβλίου: Όταν η ανάσα γίνεται αέρας

 

parousiasi_vivliou 3

 

 

Εμείς οι Ογκολόγοι μαθαίνουμε ότι ο καρκίνος κάθε ασθενούς μας είναι ξεχωριστός και η θεραπεία κάθε καρκινοπαθούς είναι «εξατομικευμένη» και σε λίγα χρόνια θα είναι «κομμένη και ραμμένη» για καθένα ξεχωριστά. Φαίνεται, όμως, ότι και η πορεία προς τον θάνατο είναι ιδιαίτερη σε κάθε άνθρωπο.

Ο Paul Kalanithi ήταν ένας νέος Νευροχειρουργός, που στα 36 του χρόνια διαγνώστηκε με μεταστατικό καρκίνο πνεύμονα. Ακριβώς τότε που συμπλήρωνε την ειδικότητα και το ταλέντο του προδίκαζε μια λαμπρή σταδιοδρομία γεμάτη όνειρα και ελπίδες. Ο ίδιος υποψιάστηκε τη νόσο του, ο ίδιος τη διέγνωσε και η εύκολη επικοινωνία που είχε με τους συναδέλφους του τον επέτρεψε να αντιλαμβάνεται ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται, τί του γίνεται και προς τα πού πηγαίνει. Ο καρκίνος του ήταν αδενοκαρκίνωμα με EGFR μετάλλαξη, γεγονός που του έδωσε την ευκαιρία να έχει καλή ανταπόκριση στη θεραπεία και μια εξέλιξη 2 περίπου ετών. Στον χρόνο αυτό που του απέμεινε έγραψε και το βιβλίο «Όταν η ανάσα γίνεται αέρας», ένα βιβλίο σταθμός στη βιβλιογραφία, που συζητήθηκε, διαδόθηκε, αναλύθηκε και αγαπήθηκε πολύ. Στο βιβλίο αυτό, τα εσωτερικά τοπία που ξετυλίγονται στη πορεία προς τον θάνατο διαγράφηκαν εναργέστατα από τον συγγραφέα. Και ήταν τοπία με λειμώνες πνευματικών αναζητήσεων, φιλοσοφικών αναλύσεων, εσωτερικών μονολόγων, ποιητικών εξάρσεων, ψυχολογικών αποκαλύψεων, αποσαφήνισης σχέσεων. Αλλά και τοπία σκληρών προσωπικών αποφάσεων και αναιρέσεων, οδυνηρά τις περισσότερες φορές, αλλά και αποπνέοντα την ηδύτητα της εσωτερικής πάλης -όταν αυτή κατευναζόταν.

Το βιβλίο είναι διαιρεμένο σε δύο μεγάλα κεφάλαια με βασικούς πυρήνες σε κάθε κεφάλαιο σκέψεις, συναισθήματα και γεγονότα πριν και μετά τη διάγνωση του καρκίνου. Η γραφή είναι χειμαρρώδης και γίνεται εξελικτική της ωρίμανσης της σκέψης και των πιστεύω του σε πανανθρώπινα κεφάλαια και στη προσπάθεια απάντησης εσωτερικών, υπαρξιακών, ηθικών και άλλων σημαντικών ερωτημάτων. Το βιβλίο γράφτηκε μετά την διάγνωση του καρκίνου και η συναισθηματική και φιλοσοφική βαρύτητα με την οποία ζυγίζει το κάθε θέμα που καταπιάνεται είναι παραπάνω από εμφανής. Ο Paul Kalanithi, αρχικά είναι έντονα επηρεασμένος αφ’ ενός από την άσκηση της Νευροχειρουργικής και την επαφή του με την Νευροπαθολογία και αφ’ ετέρου από τη λογοτεχνία που αγαπούσε. Προσπαθεί να ανταποκριθεί σε πανανθρώπινα ερωτήματα –που πάντα τον απασχολούσαν- μέσω της ανθρωποβιολογικής φιλοσοφίας: «Δεν κατάφερνα να απαλλαγώ από το ερώτημα: Πού συναντώνται η βιολογία, η ηθική, η λογοτεχνία και η φιλοσοφία;». Πριν την απόφασή του να γίνει ιατρός είχε μελετήσει το έργο του ποιητή Γουώλ Γουίτμαν στα πλαίσια διατριβής του, που προσπαθούσε να κατανοήσει αυτό που ο ίδιος όριζε ως «φυσιολογικό-πνευματικό». Κι όταν πρόσεξε πως ο Γουίτμαν είχε γράψει πως μόνο ο γιατρός μπορεί να κατανοήσει στ’ αλήθεια τον «φυσιολογικό-πνευματικό άνθρωπο», αποφάσισε να στραφεί προς την ιατρική.

Εν τω μεταξύ, η συνεχής επαφή του με τον άρρωστο ενίσχυε μέσα του συνεχώς την αξία της αγαπητικής σχέσης των ανθρώπων: «Μια λέξη σήμαινε κάτι μόνο για τους ανθρώπους, και το νόημα της ζωής, η αξία της, είχε κάποια σχέση με το βάθος των σχέσεων που δημιουργούμε. Αυτή η σχεσιακή πλευρά των ανθρώπων ενίσχυε το νόημα». Τον απασχολεί ιδιαίτερα η ιερότητα του σώματος. Η περιγραφή της εμπειρίας της νεκροτομής γίνεται αφορμή για την ανάλυση σειράς ηθικών ζητημάτων σχετικών με την παρέμβαση των ιατρών στο ανθρώπινο σώμα. Η έπαρση, η «προσωποαγνωσία» και η οικειότητα (η έλλειψη συγκίνησης) των ιατρών με τον θάνατο, η ανθρώπινη υπόσταση του νεκρού, η υποβάθμιση του σώματος σε όργανα, ιστούς, νεύρα, μύες, η σιωπηλή συγγνώμη προς τον νεκρό είναι δύσκολα θέματα και ο μόνος τρόπος να προσεγγιστούν είναι η ευλάβεια: «Όλη η ιατρική, όχι μόνο η ανατομή των πτωμάτων, καταπατά ιερά πεδία. Οι γιατροί εισβάλλουν στο σώμα με όποιον τρόπο μπορεί να διανοηθεί κανείς. Βλέπουν τους ανθρώπους στις πιο ευάλωτες, τις πιο ιερές, τις πιο προσωπικές φάσεις και στιγμές. Αυτοί τους υποδέχονται στον κόσμο κι έπειτα τους προπέμπουν. Το να βλέπεις το σώμα σαν ύλη και μηχανισμό είναι ο αντίποδας του να καταπραΰνεις τον πιο βαθύ ανθρώπινο πόνο», γράφει με την εμπειρία του πια σαν ασθενής και ιατρός μαζί. Ο Paul Kalanithi προσπαθεί επίμονα να αναζητήσει το νόημα του θανάτου μέσα από τις δικές του εμπειρίες, αλλά –όπως και για όλο το ανθρώπινο γένος- δεν είναι εύκολο: «Σπούδασα ιατρική για να γίνω μάρτυρας του διττού μυστηρίου του θανάτου, να γνωρίσω τις εμπειρικές και τις βιολογικές εκφάνσεις του: βαθιά προσωπικές και ταυτόχρονα υπέρτατα απρόσωπες», έλεγε στην αρχή, για να καταλήξει αργότερα: «Είχα πολλή πρακτική να κάνω ακόμα, θα ήταν όμως αρκετή αυτή η γνώση, όταν μπαίνουν στη ζυγαριά η ζωή και ο θάνατος; Σίγουρα η εξυπνάδα δεν επαρκούσε’ χρειαζόταν και ηθική διαύγεια επίσης». Όλη η φιλοσοφική και εν γένει θεωρητική στάση του αποκαλύπτεται εν τέλει μέσα στη καθημερινή ιατρική πρακτική, στην επαφή με τον άρρωστο και στα μεγάλα ιατρικά και ηθικά διλήμματα: «Συνειδητοποίησα ότι οι ερωτήσεις που έμπλεκαν τη ζωή, τον θάνατο και το νόημα, ερωτήσεις που όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν κάποια στιγμή, συνήθως εμφανίζονται στο πλαίσιο ενός ιατρικού περιστατικού» και ότι «κάθε επέμβαση στον εγκέφαλο είναι, κατ’ ανάγκην, μια χειραγώγηση της ουσίας του εαυτού μας». Και μετά από φιλοσοφικο-λογοτεχνικές περιπλανήσεις ο Paul Kalanithi καταλήγει ότι το ύψιστο ιδανικό του ιατρού είναι η καθοδήγηση του ασθενή και της οικογενείας του στη κατανόηση του θανάτου ή της αρρώστιας. Και η στιγμή που έρχεται για τον ιατρό να επιλέξει ανάμεσα σε μια ανυπόφορη ζωή και έναν εύκολο θάνατο είναι σκληρή, και η όλη διαδικασία μεταμορφώνει τον ιατρό σε ιερέα.

Η προσωπική διαδρομή του Kalanithi εν μέσω του μεταστατικού καρκίνου και της επώδυνης εξέλιξης (λόγω των οστικών μεταστάσεων και της δύσπνοιας) είχε άπειρα αγκάθια. Η αίσθηση της ματαιότητας γίνεται έντονη, τα όνειρα της επαγγελματικής καριέρας και της οικογενειακής ευτυχίας σβήνουν, ο θάνατος, ο τόσο γνώριμος στη δουλειά του, επισκέπτεται προσωπικά τον ίδιο, η στατιστική ασημαντότητά του τον κάνει σαρκαστικό, η ιατρική αυτοπαρακολούθηση με τις διακυμάνσεις ελπίδων και απογοητεύσεων καταντάει αγωνιώδης και τραγική, η προσπάθεια να πείσει τον εαυτό του για αυτά τα ίδια πράγματα που παλαιότερα έλεγε στους ασθενείς του είναι ανηφορική, ο σωματικός πόνος περισσεύει, του αλλάζει ταυτότητα και ταυτίζει πλέον τον εαυτό του με πρόσωπο αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας. Ο ασθενής-ιατρός φτάνει σε σημείο να έχει πια εμπειρική σχέση με τον θάνατο. Προχωράει σε αφοριστικές και ανατρεπτικές για τα πιστεύω του διαπιστώσεις ότι «στην ουσία το πρόβλημα του θανάτου δεν είναι επιστημονικό». Πως «ζωή δεν σημαίνει αποφυγή του πόνου». Και πως η συμβίωση με τον θάνατο τον έκανε να καταλήξει ότι «ο ευκολότερος θάνατος δεν είναι αναγκαστικά ο καλύτερος». Όλα αυτά συμπυκνώνονται σε μια τεράστιας σημασίας και νοήματος απόφαση: να προχωρήσει πριν τον θάνατό του στην απόκτηση ενός παιδιού. Η γέννηση ενός παιδιού, η ίδια η ζωή δηλαδή, θα ήταν η μεγάλη ελπίδα και παρηγοριά στον σκληρό θάνατο. Η απόφαση αυτή δεν ήταν εύκολη ούτε για αυτόν, ούτε για τη σύζυγό του. Μια μόνο πρόταση γραμμένη από τον ίδιο μπορεί να την ερμηνεύσει: «Αποφασίσαμε να κάνουμε ένα παιδί. Θα συνεχίζαμε να ζούμε, αντί να πεθάνουμε εν ζωή».

Το τέλος ήταν μεν τραγικό, αλλά μέσα στην αγαπητική σχέση της οικογένειάς του ήταν συνάμα και ευτυχισμένο. Ο Paul τραγουδούσε στη κόρη του και την ταχτάριζε τρυφερά. «Μπορείς ν’ ανασάνεις καλά με το κεφάλι μου στο στήθος σου έτσι;» τον ρωτούσε η γυναίκα του πριν το τέλος. «Είναι ο μόνος τρόπος που ξέρω ν’ ανασαίνω» ήταν η απάντηση. Και η άλλη χαρά –όχι η συναισθηματική, αλλά η οντολογική- αποτυπώνεται στο τελικό μήνυμα που αφήνει κληρονομιά στη κόρη του: «Όταν φτάσεις σε μία από τις πολλές στιγμές στη ζωή που πρέπει να κάνεις απολογισμό για τον εαυτό σου, να δώσεις μια λίστα με όλα όσα υπήρξες, όλα όσα έκανες και σήμανες για τον κόσμο, σε παρακαλώ μη παραλείψεις να πεις ότι γέμισες τις μέρες ενός ετοιμοθάνατου με μια χαρά χορτασμένη, μια χαρά που δεν είχε γνωρίσει ως τότε, μια χαρά που δεν λαχταράει ολοένα για το παραπάνω, παρά ηρεμεί, ικανοποιημένη. Τούτη τη στιγμή, ακριβώς τώρα, αυτό είναι ένα εκπληκτικό πράγμα».

Και τη παρακαταθήκη αυτή ο Paul Kalanithi δεν την άφησε μόνο στη κόρη του, αλλά σε όλο τον κόσμο και ιδίως στους απελπισμένους.

 

 

Από το Χαράλαμπο Ανδρεάδη, Παθολόγο Ογκολόγο

Από το Χαράλαμπο Ανδρεάδη, Παθολόγο Ογκολόγο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Newsletter

footer

Όροι Χρήσης

Κλινικές μελέτες ΕΟΠΕ

copyrights HTML