Κυριακή , 27 Μαΐου 2018

Μάρτιος, μήνας ευαισθητοποίησης για τον καρκίνο του παχέος εντέρου

Απρίλιος 25, 2018 5:46 Κατηγορία: Ενημέρωση για Τύπους Καρκίνου A+ / A-

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αποτελεί την 2η αιτία θανάτου από καρκίνο, επηρεάζοντας εξίσου άνδρες και γυναίκες, με την ετήσια καταγραφόμενη επίπτωση στις ΗΠΑ να πλησιάζει τα 150.000 νέα κρούσματα. Στην Ευρώπη τα δεδομένα είναι αντίστοιχα, με τους θανάτους από κολοορθικό καρκίνο να ξεπερνούν τις 200.000 το 2012. Στη Νότια Ευρώπη και την Ελλάδα, η θνητότητα είναι μικρότερη, εν τούτοις παραμένει σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία και δημιουργεί την ανάγκη ευαισθητοποίησης του κοινού και των ιατρών.

Τα αίτια που οδηγούν στην ανάπτυξη καρκίνου του παχέος εντέρου είναι κληρονομικά και περιβαλλοντικά. Ανάμεσα στους παράγοντες κινδύνου είναι η παχυσαρκία, το κάπνισμα, η υψηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και η καθιστική ζωή ενώ αντίθετα η δίαιτα με αυξημένες φυτικές ίνες και η άσκηση φαίνεται να δρουν προστατευτικά. Υψηλού ρίσκου θεωρούνται όσοι έχουν θετικό οικογενειακό ιστορικό, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, αδενωματώδεις πολύποδες ή κάποιο κληρονομούμενο σύνδρομο όπως η οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση (FAP) και το σύνδρομο Lynch (HNPCC).

Ο στόχος του screening είναι η ανίχνευση των προ-καρκινωματωδών καταστάσεων και των καρκίνων αρχικού σταδίου που μπορούν να θεραπευθούν. Σε αυτό το πλαίσιο οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν να γίνεται τεστ ανίχνευσης αιμοσφαιρίνης στα κόπρανα (FOBT ή FIT) και ορθοσιγμοειδοσκόπηση ή κολονοσκόπηση στα 55 έτη (κατά μέσο όρο), ενώ οι καρκινικοί δείκτες δεν έχουν θέση στον έλεγχο του ασυμπτωματικού πληθυσμού.  Τα συμπτώματα του κολοορθικού καρκίνου είναι οι αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου, η αιμορραγία από το έντερο, ο κοιλιακός πόνος, απώλεια βάρους, αναιμία και σιδηροπενία που συνήθως εμφανίζονται όταν η νόσος είναι πιο προχωρημένη.

Η θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου εξαρτάται από το στάδιο της νόσου. Στο στάδιο Ι και στο αρχικό στάδιο ΙΙ, η χειρουργική αφαίρεση του όγκου είναι από μόνη της θεραπευτική σε περίπου 85% των περιπτώσεων. Στο στάδιο ΙΙΙ (διηθημένοι λεμφαδένες) και στο προχωρημένο στάδιο ΙΙ (φτωχή διαφοροποίηση πλην των MSI-high, αγγειακή, λεμφαγγειακή ή περινευριδιακή διήθηση, απόφραξη ή διάτρηση του εντέρου από τον όγκο, διήθηση του περιτόναιου και των γειτονικών οργάνων, μικρό δείγμα λεμφαδένων στο χειρουργείο) προτείνεται η χορήγηση επικουρικής χημειοθεραπείας με βάσης τον συνδυασμό της 5-fluorouracil με Leukovorin και Oxaliplatin (FOLFOX, XELOX, FLOX) για 6 μήνες όπως αυτή καθιερώθηκε από τη μελέτη MOSAIC, καθώς απέδειξε ότι αυξάνει τη συνολική επιβίωση. Πρόσφατα, η IDEA collaboration ανέδειξε ότι η χορήγηση  3 μηνών επικουρικής χημειοθεραπείας αντί για 6 (στα πλαίσια της μείωσης της νευροτοξικότητας από την Oxaliplatin), είναι μη κατώτερη θεραπεία για  το στάδιο ΙΙ και ΙΙΙa.

Το ¼ των ασθενών διαγιγνώσκονται με στάδιο IV (μεταστατική νόσο) και η 5ετής επιβίωση είναι περίπου στο 20%. Οι πιο συχνές μεταστατικές εντοπίσεις είναι στο ήπαρ, το περιτόναιο και τον πνεύμονα. Μία υποομάδα αυτών των ασθενών με περιορισμένη μεταστατική νόσο θα καταφέρει να υποβληθεί σε μεταστασεκτομή μετά από χορήγηση χημειοθεραπείας (neoadjuvant ή conversion chemo), με διπλάσια ποσοστά επιβίωσης, γι αυτό πρέπει αυτοί οι ασθενείς να αναγνωρίζονται από τον θεράπων ιατρό και να θεραπεύονται κατάλληλα. Στους υπόλοιπους ασθενείς με μεταστατική νόσο ο στόχος είναι η παράταση της επιβίωσης και η ποιότητα της ζωής. Πάντα πρέπει να γίνεται μοριακός έλεγχος για ανεύρεση μεταλλάξεων στα γονίδια KRAS/NRAS για να δωθεί στοχευμένη θεραπεία.  Στα φάρμακα που έχουν θέση σε αυτό το στάδιο, πλην των προαναφερθέντων (5-fluorouracil, LV, Oxaliplatin) προστίθεται το χημειοθεραπευτικό Irinotecan, οι αντιαγγειογενετικοί παράγοντες Bevacizumab, Aflibercept,Regorafenib και οι αναστολείς του EGFR Cetuximab και Panitumumab, που έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους μέσα από μεγάλες προοπτικές τυχαιοποιημένες μελέτες. Στην επιλογή του κατάλληλου συνδυασμού  θεραπείας θα συνεκτιμηθεί η εντόπιση του πρωτοπαθούς όγκου (αριστερό ή δεξιό κόλον), η ύπαρξη μετάλλαξης στο RAS, οι προηγούμενες θεραπείες και η πιθανότητα μεταστασεκτομής ώστε ο ασθενής να έχει το μεγαλύτερο όφελος με τη μικρότερη τοξικότητα.

Συνοψίζοντας, ο καρκίνος του παχέος εντέρου, συνεχίζει να αποτελεί συχνό αίτιο θνησιμότητας στις ανεπτυγμένες χώρες, παρά τη μείωση που επέφεραν ο προσυμπτωματικός έλεγχος, η απομάκρυνση προκαρκινωματωδών πολυπόδων και η ανακάλυψη αποτελεσματικών θεραπειών. Στο μέλλον στοχεύουμε σε πιο αποτελεσματικές μεθόδους πρόληψης, κατηγοριοποίηση των ασθενών με βάση γενομικών χαρακτηριστικών στα πλαίσια της εξατομικευμένης ιατρικής προσέγγισης και φυσικά νέων θεραπειών, χωρίς να ξεχνάμε ότι απλές αλλαγές στις συνήθειες της καθημερινής μας ζωής όπως η διατροφή και η άσκηση μπορούν να αποβούν εξίσου αποτελεσματικές.

 

Από την Κλεοπάτρα Ράπτη, Παθολόγο Ογκολόγο

Από την Κλεοπάτρα Ράπτη, Παθολόγο Ογκολόγο

 

 

Σχολιάστε


scroll to top